Κοιμήσου, κ’ εγώ στην πόρτα σου αγρυπνώ





Αλήθεια τότε η Πόλη ήταν γεμάτη σοκακόσκυλους. Κάτι καλοκάγαθα κοπρόσκυλα, προικισμένα με αφάνταστη γονιμότητα. Και ποιος τολμούσε να βάλει χέρι για να τα εμποδίσει να πολλαπλασιάζονται; Αμαρτία! Τα προστάτευε ο Σουλτάνος που ήτανε «πονόψυχος». Καμιά ξένη μειονότητα στην Τουρκία δεν απολάβαινε τέτοια προνόμια που είχανε οι σκύλοι.
Ζούσαν οι σκύλοι κοπάδια – κοπάδια, και ο κάθε μαχαλάς είχε το κοπάδι του. Τους άσπρους, τους μαύρους, τους ασπρόμαυρους, τα περσινά κουτάβια, τα φετεινά κουτάβια, τον αρχηγό του κοπαδιού, το διάδοχο και αντίζηλό του, την ωραία του μαχαλά, τον τυχερό, τον αδύνατο… κλπ.
Τα σύνορα του κάθε μαχαλά τα είχανε καθορίσει μόνοι τους οι σκύλοι. Καμιά φορά, από ερωτικά κίνητρα γινόντανε και παραβάσεις. Όμως τον παραβάτη τον τιμωρούσανε σκληρά οι σκύλοι του ξένου μαχαλά, τον τιμωρούσαν και οι σκύλοι του δικού του κοπαδιού, αν κατόρθωνε να γυρίσει σώος στο μαχαλά του.
Μόλις έφτανε στα σύνορα, η καταδίωξη των ξένων σταματούσε και τον παραλάβαινε ο αρχηγός του δικού του κοπαδιού.
― Αλτ! πού πας;
― Γυρίζω στον τόπο μου.
― Τις μυρωδιές σου!
Σιγή. Όλο το κοπάδι βαστάει την ανάσα του. Είναι η στιγμή που χτυπούνε τα ταμπούρλα του θανάτου. Ο κάθε αντίπαλος έχει χωμένη τη μύτη του στα πισινά του αλλουνού, στα πιο ευπρόσβλητα μέρη του σώματός του. Πόλεμος νεύρων. Όποιος δειλιάσει και κατεβάσει πρώτος την ουρά χάθηκε.
Και άξαφνα οι μυς αρχίζουνε να χαλαρώνουνε. Αρχίζουν να σαλεύουν οι ουρές τους. Δίνουν τα πισινά ποδάρια δυο θριαμβευτικές ξυσιές στη γη, και ελευθεροκοινωνεί ο αποστάτης.
Και τότες πια αρχίζουν οι υποδοχές και τα σάλτα χαράς και τα ραντίσματα των τοίχων. «Άξιος! Άξιος!»
Επειδή αυτοί οι σκύλοι δεν είχανε αφεντικό, αγαπούσανε τον κόσμο όλο και ήταν ευτυχισμένοι. Αφοσιώνουνταν όμως στον αρχηγό του κοπαδιού, και ο αρχηγός του κοπαδιού αφοσιώνουνταν στη Λωξάντρα του μαχαλά.
Άνθρωπο δε δάγκωναν ποτέ τους. Γάβγιζαν τους τουλουμπατζήδες του ξένου μαχαλά. Γάβγιζαν τον Εβραίο τον παλιατζή και το ζητιάνο. Ούρλιαζαν όταν ο μπεχτσής διαλαλούσε πυρκαγιά και καμιά φορά γάβγιζαν δίχως λόγο στην πόρτα του πιο αγαπημένου τους σπιτιού. Μα εκείνο δεν ήταν καθαυτό γάβγισμα, ήταν ένα Γαπ! Γαπ! που έβγαινε βαθιά μέσα απ’ το στήθος σαν ξεχείλισμα ευγνωμοσύνης και λατρείας.
Ήταν και νταηλίκι. «Κοιμήσου, κ’ εγώ στην πόρτα σου αγρυπνώ», και ράντιζαν τον τοίχο.


1 σχόλιο: