Πίστη ξέρεις τι είναι;

 
       Αυτό που λέμε κομματική πειθαρχία, σκατά πειθαρχία. Η πειθαρχία θέλει κρίση, γνώση. Εμείς τίποτ’ απ’ αυτά. Με το ελάχιστο ταλαντευόμαστε, αντιδρούμε στα μουλωχτά, τα σκατώνομε, τα κουκουλώνουμε. Αμάν κάνομε να πιστέψομε. Και πιστεύομε˚ να σου πω γιατί πιστεύομε; για να τη βρούμε, που λένε. Να ησυχάσουμε, να πούμε άντε τώρα καλά πάμε. Αλλά στην πρώτη αλλαξοκαιριά κλυδωνιζόμαστε. Τότε τα φορτώνομε ο ένας τ’ αλλουνού. Ό,τι έγινε με τον Ζαχαριάδη. Όσο ζούσε ο Στάλιν σούζοι. Πεθαίνει, βγαίνουν τα ξεσκλίδια απάνω και τον κάνουν κόσκινο. Οξαποπίσω κι οι δικοί μας, αυτοί που ανέβαιναν πρώτοι πρώτοι στα τραπέζια κι έπλεκαν του Ζαχαριάδη τους πανηγυρικούς, πρώτοι πρώτοι και τον λιθοβόλησαν. Τέτοιοι είμαστε. Όμως πίστη ξέρεις τι είναι; Πίστη είναι το σαράκι που σε τρώει κάθε στιγμή και σε δοκιμάζει. Κι όχι ν’ αναμασείς τα μναμνά του κάθε μιανού, μωρέ και γραμματέας, άνθρωπος είναι, και μπορεί να σφάλει. Γιατί αν εκείνοι έβγαιναν νωρίς νωρίς και του ’λεγαν φτάνει, δε θα ’μαστε σήμερα σ’ αυτόν τον παρανομαστή.


Ξερνώ φασισμούς

       Κι ήταν ακριβώς τότε που βάλθηκα να ξερνώ φασισμούς και κονφορμισμούς κι αλάφρωνα το στομάχι μου όσο γίνεται – μια φορά μ’ είχαν καλέσει στη Μεσογείων, όσο περίμενα στο διάδρομο να με φωνάξουν, πρόσεχα απέναντί μου έναν ηλικιωμένο άντρα, ταπεινό κι αδρό σαν ξυλογραφία, κι αναρωτιόμουν τι να ’ναι. Όταν ανοίγει η πόρτα ενός γραφείου κι έσερναν δυο μια κοπελίτσα κίτρινη κι αναμαλλιασμένη. Μόλις είδε τον άντρα φωτίστηκε και φώναζε πατέρα πατέρα. Αμέσως τρέχουν οι δυο παλικαράδες κι αρχίζουν στις γροθιές τον πατέρα: ποιος σου είπε κάθαρμα, ν’ ανεβείς εδώ; Αυτά όλα σε πέντε το πολύ λεπτά. Μετά ο διάδρομος νέκρωσε. Όμως εγώ δεν είχα ξαναδεί να χτυπούν γέρο άνθρωπο και τα μάτια του ξαναγύριζαν ολοένα μπροστά μου για καιρό. Μετά τη μεταπολίτευση, τους πρώτους μήνες που ήμαστε στους μεγάλους μας αναβρασμούς, τότε με τις χαρές και τα συνθήματα, ένα απόγευμα είχα κολλήσει έξω απ’ το Πολυτεχνείο σ’ ένα πηγαδάκι και τους άκουα να τα λένε. Εκεί λοιπόν ανάμεσα πήρε το μάτι μου και τον ηλικιωμένο άντρα απ’ τη Μεσογείων. Συγκινήθηκα σαν να ’βλεπα πολυαγαπημένο μου πρόσωπο. Τον πλησίσα και τον κοίταζα. Είχε ανάψει το πρόσωπό του κι ανάμεσα στ’ άλλα που επαναλάμβανε ήταν και το τροπάριο: προβοκάτορες διασπαστές. Κάτι νεαροί τον πρόσεχαν γελώντας ειρωνικά. Αυτός συνέχιζε ολόστεγνος και βαθούλωναν τα μάτια του. Σε μια στιγμή αρπάζει ένα νεαρό απ’ το γιακά και προτού προλάβουμε να καταλάβουμε τον χαστούκισε έξαλλος από θυμό. Μας φώναζε όλους αληταράδες, χαμένα κορμιά, όργανα της CIA κι άρχισε να μας μουτζώνει όπως τον κοιτάζαμε ξαφνιασμένοι. Μετά γύρισε την πλάτη και χώθηκε στην ουρά της συγκοινωνίας. Ένας νεαρός πρόλαβε και του φώναξε: Εκεί στην ουρά, ζώο, στη θέση σου. Κοίταζα το σβέρκο του γέρου όπως καμωνόταν τον αδιάφορο κι έλεγα πόσο αλλιώτικος ήταν όταν τον γρονθοκοπούσαν οι μπάτσοι – τότε είναι που βάλθηκα να ξερνώ τους μικρούς τους φασισμούς που αποστεγνώνουν τους ανθρώπους και τους απλούς κονφορμισμούς που σιδεροφράζουν τις ιδεολογίες


Δεν την έχω στην πατρίδα μου την πατρίδα



Τη μικρή τη Σπανιόλα τη φουμαδόρισσα είναι πέντε μέρες που δεν τη βλέπω. Μήτε στο διάλειμμα των δέκα μήτε και τις άλλες ώρες. Θα την έδιωξαν λέω. Κάιντε ντιτσιπλίν – δεν είχε καμιά πειθαρχία. Τι δε μπορούσε; Δεν την μπορούσε τη νόρμα – το ντιτσιπλίν. Δεν την μπορούσε και την άσφαλτο άμα σκολάσουμε. Μπορεί και να πέθανε. Αν πέθανε αλήθεια, οι δικοί της θα τη θάψανε με μεγάλες τσιριμόνιες και πολλούς σπανιόλικους θρήνους. Είδα μια φορά που κηδεύαν έναν γι’ αυτό το λέω. Είχαν και σημαία. Για φαντάσου, σκέφτηκα, να κηδευτώ κ’ εγώ με τη γαλανόλευκο.
Καημένο κορίτσι… Μου λείπει τώρα. Είταν ένα λιγνό πραματάκι, χλωμό, με κάτι μάτια μεγάλα, σαν της Αναστασίας κι αυτή – κάτι μπράτσα καλαμένια – το πηλοφόρι που λέγαμε.
Οι χειρότερες απ’ όλους, χειρότερα απ’ όλους εμάς είναι αυτές οι Σπανιόλες. Πάνε πάντα μαζί, σαν τα μελίσσια, σαν τα μυρμήγκια. Όπου βρίσκεται μία, θα ’ναι σίγουρα κι άλλες ή θα ’ρθούνε σε λίγο. Σα να φοβούνται να ’ναι μονάχες τους. Δε μπορούν να ζήσουν χωρίς ν’ ακούν η μία την άλλη – τσιου-τσιου-τσιου – όλο κάτι λένε. Ο Μπρουσάκης θέλει να μας εξηγήσει στο καφενείο πως έρχονται όλες από χωριά, κατευθείαν από το χωριό τους. Και δε μπορούν να λευτερωθούν απ’ αυτό – το πηγάδι της πλατείας, τα κρύα τα νερά, τα κουτσομπολιά, τις κατσίκες, τ’ αγαπητηλίκια τους. Επειδής, μας λέει ο φιλόσοφος, το χωριό τους εκεί, έμεινε ακόμα με τη ζωή τη δική του, δεν το σκορπίσαν ολότελα, όπως έγινε από χρόνια σε μας στην Ελλάδα. Σκολνάνε, λοιπόν, και τρέχουν να βρουν τους δικούς τους. Και ξεπορτίζουν κατά το βράδι οι δούλες που ’ναι στα σπίτια, οι λαντζέρισσες κ’ οι γκαρσόνες απ’ τα ρεστοράν, τις πιτζαρίες, τα καφενεία, να βρουν τις άλλες Σπανιόλες, να πούνε τα τσιου-τσιου-τσιου τους – αν έχουν ακόμα δουλειά, να σταθούνε μια στιγμή στη γωνιά του δρόμου, ν’ αλλάξουν ένα φιλί με τη φιλενάδα τους, να πουν, πως – αύριο πάλι την ίδια ώρα, εδώ στη γωνία – και να φύγουνε τρέχοντας, να μην έχουνε φασαρίες με τα ντιτσιπλίν, τις κυράδες τους – δεν παίζουν αυτές, οι Φράου Μπάουμ που τις έχουν στα σπίτια τους.
Ένα μικρό ρομέικο, σαράντα χιλιάδες ψυχές, είμαστε δω σε τούτη την πόλη. Περισσότεροι δηλαδή κι απ’ το Βόλο. Και τους έχουμε βέβαια κάμποσους τέτοιους και μεις – το κουβαλήσαν εδώ το χωριό τους, στο χωριό τους γυρίζουνε και κοιμούνται το βράδι, στο χωριό τους ξυπνούνε κάθε πρωί και περιμένουν ν’ ακούσουνε τα κοκόρια, που δε λαλούν στη Στουτγκάρτη – περπατούνε πάνω στην άσφαλτο και δεν έχουν κοτρώνια για να σκοντάψουν, παραπατούνε και παραδέρνουν μέσα στα σίδερα, τα γυαλιά, τ’ αλουμίνια που ’ναι γύρω τους. Δε σου λέω γι’ αυτούς – δεν είναι δική μου δουλειά – πήγαινε βρες τους – μπορεί να σου πουν αυτοί περισσότερα για το ρομέικο που ζητάς. Εγώ – για μένα σου λέω.
Και σου λέω, λοιπόν, πως είμαι τέσσερα χρόνια φευγάτος και τη νοσταλγία της πατρίδας που λένε, ποτές δεν την είχα. Δεν την ξέρω πώς είναι. Φαίνεται δηλαδή πως εγώ δεν έχω πατρίδα, δεν την έχω στην πατρίδα μου την πατρίδα, όπως την έχουν αυτές οι ανόητες οι Σπανιόλες, οι δικοί μας που βασανίζονται με τη νοσταλγία της, ο Σκουρογιάννης ο φίλος μου με το μεγάλο Ντομπρίνοβο που μας λέει. Εγώ ποτέ δε γυρίζω στη Σούρπη, στο σταθμό των λεωφορείων που στεκόταν η Αναστασία και με περίμενε, στην πλατεία του Αλμυρού που βρισκότανε το σινεμά της Κυριακής, στο ξυλάδικο, στο μαγέρικο του Βόλου που πηγαίναμε με το Μάστορα, δεν συλλογίζομαι τον εαυτό μου μέσα σ’ αυτά, δεν θέλω να ξαναπάω.
Είμαι, λοιπόν, ένας άνθρωπος που δεν έχει πατρίδα.
Δημήτρης Χατζής

«Το διπλό βιβλίο»




 Όλα τα αποσπάσματα από το ίδιο βιβλίο, εδώ



Αυτοί, δεν τον πονέσανε τον τόπο

         Και στο Σεβδίκιοϊ(1), μου λέει, αντισταθήκανε οι Σεβδικιολοί με το τουφέκι στο χέρι, και γίνηκε μεγάλος χαλασμός. Και καθώς μου σφούγγιζε τις σαπουνάδες απ’ το μούτρο, σκύβει και μου λέει στ’ αφτί, μαθεύτηκε πως πετσοκόψανε το δεσπότη στο Κονάκι. Πήγε ν’ απολογηθεί στον πασά, κι εκείνος τον παράδωσε στον τούρκικο λαό να τον δικάσει. Όσο κι αν φέρθηκε ασυλλόγιστα ο Χρυσόστομος, μου λέει ο μπαρμπέρης, τα χρόνια της κατοχής – αν και, να πεις, αν φερνότανε με νου και γνώση, θα τον βγάζανε προδότη – όσο κι αν φέρθηκε άμυαλα, ωστόσο δεν παράτησε το ποίμνιό του, δεν ήφυγε μαζί με τις άλλοι, που το σκάσανε κρυφά, ενώ βεβαιώνανε πως θα κρατάγανε την πολιτεία και πως δεν είχαμε κανένα κίνδυνο. Το σκάσανε κρυφά. Είναι οι μεγάλοι φταίχτες κι αυτοί, κι εκείνοι που τους στείλανε. Μα, να πεις, ξένοι ήρθανε στον τόπο, σαν ξένοι φερθήκανε, ξένοι φύγανε, οχτροί… Να, μου λέει ακόμα, το ξέρω από πελάτη μου, γιατί απαγορέψανε να το γράψουν οι εφημερίδες: τότε που κηρύξανε απεργία οι υπάλληλοι μιας Τράπεζας, και στείλανε μιαν επιτροπή στην Αρμοστεία να εκθέσουνε το δίκιο τους, τον πρώτο που ’κανε να μιλήσει τον μπάτσισε ο Στεργιάδης κ’ έδιωξε την επιτροπή. Πριν από τον πόλεμο και τη μεγάλη αμάχη, ο Τούρκος μας σεβότανε. Αυτοί, δεν τον πονέσανε τον τόπο. Δεν πονέσανε τις ανθρώποι του τόπου. Και, να σου πω, κατά τη γνώμη μου, όσο το συλλογιέμαι, μου λέει ο μπαρμπέρης, πατρίδα δεν είναι μια ιδέα στον αέρα, δεν είναι οι περασμένες δόξες κ’ οι τάφοι και τα ρημαγμένα μάρμαρα. Πατρίδα είναι το χώμα, ο τόπος, τα χωράφια κ’ οι θάλασσες και τα βουνά. Πατρίδα είναι οι σημερινοί ανθρώποι, κι αγάπη της πατρίδας είναι να θες την ευτυχία τους. Το λέω γιατί είμαι καλός Έλληνας. Αυτά και άλλα μου ’λεγε ο μπαρμπέρης, κι εγώ κούναγα το κεφάλι μου, μη ξέροντας τι ν’ αποκριθώ. Μ’ έναν μπαρμπέρη δεν τα βγάζεις εύκολα πέρα στο λακριντί(2). Ανάθεμα την ώρα , είπε στο τέλος ο μπαρμπέρης.



(1) Σεβδίκιοϊ: 13 χλμ. Ν-ΝΔ της Σμύρνης

(2) λακριντί: κουβεντολόι






Όλα τα αποσπάσματα από το ίδιο βιβλίο, εδώ

Πεθαμένος κι αξούριστος, ολούρμου;

          Βγήκα στο Κιαί(1). Πήχτρα ο κόσμος, κι άλλοι, χιλιάδες, πάνω σε μαούνες, αραδιασμένες πλάι στο μουράγιο. Προσφυγιά που είχε κατέβει ποδαρόδρομο από το εσωτερικό για να γλυτώσει. Ούλα τα τραίνα τα ’χε πιάσει ο ελληνικός στρατός. Σκοτώνανε κοσμάκη για να φύγουνε. Ζωή και θάνατος είταν αυτός.

Είχανε, που λες, κατέβει προσφυγιά στην πολιτεία για να γλυτώσουν τη ζωή τους. Βλέπεις, πιστεύανε πως ο ελληνικός στρατός, θα κράταγε την πολιτεία, όπως βεβαιώνανε μπαμπέσικα, μέρες πρωτύτερα, από την Αρμοστεία. Κι απέ, σου λέει, θάλασσα είτανε, λιμάνι, σίγουρα η ελληνικιά κυβέρνηση θα ’χει στείλει βαπόρια να παραλάβουν τον κοσμάκη. Ναι, είχανε στείλει δυο τρία βαπόρια, που παραλάβανε μονάχα τις δικοί τους, από την Αρμοστεία κι από την Εθνική Τράπεζα. Είχε ανοίξει κατάστημα η Εθνική Τράπεζα στην πολιτεία μας, και τώρα ήπρεπε να σώσει τα λεφτά, την κάσα της. Μπρος στα λεφτά τ’ είναι η ζωή του ανθρώπου; Μη φύγετε, μας λέγανε, θα ξανάρθομε, ζήτω η Ελλάς!
Λοιπόν, ούλος αυτός ο κόσμος στοιβαγμένος στο μουράγιο και πάνω σε μαούνες. Άνδροι, γέροι, γριές και γυναικόπαιδα, που είχανε παρατήσει τα καλά τους και ξεμείνανε στο δρόμο, και τώρα εκεί μεροβραδιάζονταν, εκεί πλαγιάζανε, άλλος μ’ ένα χράμι που ’φερε μαζί του, άλλος μ’ ένα πάπλωμα ή με μια μπατανία. Χείλια τρεμοσαλεύανε από το παραμιλητό. Μάτια γουρλωμένα, που αγναντεύανε τη Δευτέρα Παρουσία, τη συντέλεια του κόσμου… Μέρα, χαρά Θεού. Τέλη Αυγούστου. Αρχές Σεπτέμβρη με το καινούριο. Μερικοί δικοί μας κάνανε επιχείρηση. Στήσανε φουβούδες, ψήνανε νταριά(2), ακόμα και σουβλάκια ή φασουλάδα, και πουλάγανε φαΐ. (Το αθάνατο δαιμόνιο της Φυλής, σημείωσε αυτός που άκουγε το Γιακουμή). Ωστόσο οι φούρνοι βγάζανε ψωμί. Και δυο τρεις μπαρμπέρηδες είχανε στήσει από μια καρέγλα και ξουρίζανε. Το ’δα με τα μάτια μου. Όπως θες εξήγησέ το. Αυτοί που ξουρίζονταν ίσως να ’χανε την ίδια ιδέα με τα μένα: πεθαμένος κι αξούριστος, ολούρμου(3);


(1) Κιαί: Η προκυμαία της Σμύρνης

(2) νταρί
: καλαμπόκι


(3) ολούρμου
: γίνεται;




Όλα τα αποσπάσματα από το ίδιο βιβλίο, εδώ

Δεν είχε ακούσει για ένα τέτοιο κόσμο

… -γεννήθηκε εκεί όπου οι λίγοι άλλοι άνθρωποι που γνώριζε ζούσαν σε καλύβες από κορμούς ξεχειλισμένες παιδιά σαν κι αυτή που ’χε γεννηθεί κι ο ίδιος –άντρες και μεγάλα αγόρια που κυνηγούσαν ή ξάπλωναν μπρος στη φωτιά στο πάτωμα ενώ οι γυναίκες και τα μεγαλύτερα κορίτσια περνούσαν και ξαναπερνούσαν από πάνω τους για να φτάσουν στη φωτιά να μαγειρέψουν, όπου οι μόνοι έγχρωμοι ήταν ινδιάνοι κι αυτούς τους κοίταζες αφ’ υψηλού μονάχα μέσα απ’ το στόχαστρο της καραμπίνας σου, όπου δεν είχες ποτέ ακούσει να μιλάνε για, δεν είχες ποτέ φανταστεί, κάποιο τόπο, κάποια γη χωρισμένη παστρικά και που ν’ αποτελεί ιδιοκτησία ανθρώπων που δεν έκαναν άλλο απ’ το να τη διασχίζουν πάνω σ’ ωραία άλογα ή να κάθονται φορώντας ωραία ρούχα στις βεράντες μεγάλων σπιτιών ενώ άλλοι άνθρωποι δουλεύανε γι’ αυτούς˚ ούτε που φανταζόταν τότε ότι υπήρχε τέτοιος τρόπος να ζει ή να θέλει να ζει κανένας, ή πως υπήρχαν για να τα επιθυμήσει όλα τα πράγματα που υπήρχαν, ή πως όσοι είχαν πράγματα όχι μόνο μπορούσαν να περιφρονούν όσους δεν τα ’χαν, αλλά και να ενισχύονται στην περιφρόνησή τους όχι μόνο απ’ όσους είχαν κι εκείνοι πράγματα μα κι από κείνους ακριβώς που αποτελούσαν τ' αντικείμενα της περιφρόνησης που δεν είχαν πράγματα κι ήξεραν ότι ποτέ δε θα ’χαν. Γιατί εκεί που ζούσε αυτός η γη ανήκε στον καθένα και σε όλους κι έτσι ο άνθρωπος που θα ’μπαινε στη φασαρία και στον κόπο να περιφράξει ένα κομμάτι της και να πει «Αυτό είναι δικό μου» ήταν τρελός˚ κι όσο για πράγματα, κανείς δεν είχε περισσότερα από σένα γιατί καθένας είχε όσα είχε τη δύναμη και την ενέργεια να πάρει και να διατηρήσει, και μόνο εκείνος ο τρελός θα ’μπαινε στη φασαρία να πάρει ή να θελήσει έστω περισσότερα απ’ όσα μπορούσε να φάει ή ν’ ανταλλάξει με μπαρούτι κι ουίσκυ. Έτσι δεν ήξερε καν πως υπήρχε μια χώρα όλη χωρισμένη και κανονισμένη και παστρικιά μ’ ένα κόσμο που ζούσε εκεί όλος χωρισμένος και κανονισμένος και παστρικός σύμφωνα με το χρώμα που τύχαινε να ’χει το πετσί τους ή το τι τύχαινε να τους ανήκει, κι όπου ορισμένοι λίγοι όχι μόνο είχαν εξουσία ζωής και θανάτου κι ανταλλαγής και πώλησης πάνω σε άλλους, μα είχαν ζωντανούς ανθρώπους που τους παρείχαν τις ατελείωτες επαναλαμβανόμενες προσωπικές υπηρεσίες, όπως το να τους σερβίρουν και το ουίσκυ απ’ το κανάτι και να τους βάζουν το ποτήρι στο χέρι ή να τους βγάζουν τις μπότες για να πλαγιάσουν, που όλοι οι άνθρωποι έπρεπε να τα κάνουν από μόνοι τους απ’ την αρχή του καιρού και θα ’πρεπε να τα κάνουν από μόνοι τους ώσπου να πεθάνουν και που σε κανέναν άνθρωπο ποτέ δεν άρεσε ούτε πρόκειται ν’ αρέσει να κάνει, μα που κανένας άνθρωπος που γνώριζε εκείνος δεν είχε ποτέ σκεφτεί ν’ αποφύγει όπως δεν είχε σκεφτεί ν’ αποφύγει τον κόπο του να μασάει και να καταπίνει και ν’ ανασαίνει. Όταν ήταν παιδάκι δεν πρόσεχε τις αόριστες και συγκεχυμένες αφηγήσεις για τα μεγαλεία του Τάιντγουώτερ που ’φταναν ακόμα και μέχρι τα βουνά του γιατί τότε δεν μπορούσε να καταλάβει τι εννοούσαν οι άνθρωποι που μιλούσαν γι’ αυτά, κι όταν έγινε πιο μεγάλο αγόρι δεν τις πρόσεχε γιατί δεν υπήρχε τίποτα γύρω του για να συγκρίνει μ’ αυτό και να μετρήσει τις αφηγήσεις και να δώσει έτσι ζωή και νόημα στις λέξεις, και καμιά περίπτωση να καταλάβει ποτέ τι σήμαιναν γιατί ήταν πολύ απασχολημένος κάνοντας τα όσα κάνουν τ’ αγόρια˚ κι όταν έγινε έφηβος κι η περιέργεια ξέθαψε εκείνη τις ιστορίες που αυτός δεν ήξερε πως είχε ακούσει και σκεφτεί, ενδιαφέρθηκε και θα ’θελε κάποτε να δει τους τόπους, αλλά χωρίς φθόνο ή στενοχώρια, γιατί πίστευε απλά πως μερικοί γεννιούνται πλούσιοι (τυχεροί, ίσως να ’λεγε) κι άλλοι όχι, και πως (έτσι είπε του Παππού) οι ίδιοι οι άνθρωποι δε μπορούν να διαλέξουν και πολύ λιγότερο να στενοχωριούνται γιατί ούτε μια φορά δεν του ’χε περάσει απ’ το μυαλό η ιδέα πως κάποιος θα ’παιρνε ένα τέτοιο τυχαίο γεγονός σαν εξουσιοδότηση ή άδεια να περιφρονεί τους άλλους, τους όποιους άλλους. Έτσι σχεδόν δεν είχε ακούσει για ένα τέτοιο κόσμο μέχρι που έπεσε σ’ αυτόν.



Τρίτη καν τέταρτη μέρα

       Λοιπόν, αν θυμάμαι καλά, είτανε η τρίτη καν η τέταρτη μέρα που είχε μπει ο τούρκικος στρατός. Η πολιτεία λούφαζε. Είχανε γίνει κάμποσα παρατράγουδα στο αναμεταξύ, σκοτωμοί, ξεπαρθενέματα και πλιάτσικο, πολλοί χάσανε τη ζωή τους, πολλοί θα τη χάνανε ακόμα, πλιάτσικο, τσέτες, κακάριζε το πολυβόλο, πόλεμος είτανε, έχθρητα και άχτι – κ’ οι δικοί μας είχανε κάψει τούρκικα χωριά στην υποχώρηση, πόλεμος είτανε, ο άνθρωπος γίνεται ανήμερο θερίο. Γινήκανε κι άλλοι σκοτωμοί, κι εδώ και στους ντερέδες(1) της Ανατολής, χαθήκανε χιλιάδες δικοί μας, δεκαριές, κατοσταριές χιλιάδες, και πλάκωσε μεγάλη ορφάνια. Βλέπεις, ο Τούρκος μας λογάριαζε προδότες, είχαμε σηκώσει τ’ άρματα ενάντια στην πατρίδα – ενάντια στην Τουρκία, δηλαδή. Μιλάω δίχως πάθος, σα να μην υπάρχει πια οργή και αμάχη στο ντουνιά… Και τώρα, τρίτη καν τέταρτη μέρα που είχε μπει ο τούρκικος στρατός, η πολιτεία λούφαζε μες στο κακό της όνειρο, μέσα στη θλίψη και την απαντοχή. Μα οι φούρνοι βγάζανε ψωμί. Λες κ’ είχε γίνει κάποια ρέγουλα. Πού και πού μια τουφεκιά. Δεν την έκανες κάζο(2). Δε μπορούσε να ’τανε για σένα. Και πέρα, πολύ μακριά, ένα πνιχτό μπουμπουνητό, κάτι σα μπασαβιόλα – α με καταλαβαίνεις. Οι δικοί μας είχανε πιάσει μετερίζι στον Τσεσμέ, και με τα κανόνια κρατάγανε μακριά το τούρκικο ασκέρι, ώσπου να μπαρκάρει στα βαπόρια ο στρατός.
Εκείνο το πρωί, λοιπόν, πρωτοβγήκε ξανά και μια δικιά μας εφημερίδα. Πρώτη και τελευταία φορά. Ήγραφε πως μας πλανέψανε οι Έλληνοι, πως οι Τούρκοι είναι καλοί ανθρώποι, πως πρέπει ν’ ανανήψομε, τη θυμάμαι αυτή τη λέξη αν και δεν ξέρω τι θα πει – άκου! άκου! αυτές που τρία χρόνια μας πιπιλίζανε το μυαλό για λευτεριά και δόξα, για περιούσιο λαό, για Πόλη και Άγια Σοφιά, και στέλνανε τον Τούρκο στην Κόκκινη Μηλιά – να καταγίνομε στα ειρηνικά μας έργα, γράφανε, κάτω από την προστασία και τη δικαιοσύνη της τούρκικιας πατρίδας – άκου, άκου! Τα διάβαζε ο κοσμάκης, ανοίγανε παράθυρα, χαμογελούσανε γυναίκες - φαρμακωμένα, βέβαια, μα ωστόσο χαμογελούσανε – ξεπορτίζανε παιδιά. Κάποια ονείρατα είχανε χαθεί, μα ονείρατα είν’ εύκολο να ξαναφτιάξεις. Κι ακόμα τότε ξαναφτιάχναμε δειλά δειλά, μπορεί και δίχως να το μολογάμε στον εαυτό μας. Δεν πέθανε ο βασιλιάς Αλέξανδρος, λέω της γυναίκας μου κάποια στιγμή. Μα η Κατερίνα κούνησε μονάχα το κεφάλι της. Πάω μια βόλτα, της λέω σε λιγάκι, φοβάσαι να μείνεις μονάχη; Να πας μου λέει. Γυναίκα με κουράγιο.
(1) ντερές: κοιλάδα, ρεματιά

(2) δεν κάνω κάζο: δεν δίνω σημασία




Όλα τα αποσπάσματα από το ίδιο βιβλίο, εδώ



Η ως συλφίς νεαρά Σουηδή

Η καθημένη ολίγον πιό μακρυά λεπτοφυής ως συλφίς νεαρά Σουηδή, χωρίς να προσέξη καν αν την έβλεπε κανείς, εξεκούμβωσε τάχιστα την μπλούζαν της και με δύο γοργάς κινήσεις, ωσάν να μην ημπορούσε να κρατηθή, εξήγαγε εκ του στηθόδεσμου της ένα ωραιότατον και μεγάλον διά μίαν τόσον λεπτήν νεανίδα σφικτόν βυζί, και επίεσε την ημιεκτοξευμένην ροδαλήν θηλήν του εις το στόμα της κούκλας, την οποίαν εκράτει εισέτι εις την αγκάλην της, συνθλίβουσα τον σφύζοντα λευκόν μαστόν με τον δείκτην και τον μεσαίον δάκτυλον της δεξιάς χειρός της, όπως μία γυνή που γαλουχεί ένα βρέφος. Ολίγα δευτερόλεπτα διήρκεσε τούτο, και, εν συνεχεία, η νεαρά Σουηδή, με έκφρασιν απεριγράπτου λαγνείας εις το πρόσωπόν της, ήρχισε να τρίβη με δύναμιν την ρώγαν της επί ολοκλήρου του προσώπου της κούκλας, ενώ η θηλή καθισταμένη διπλή εις μέγεθος και σκληρά, εξετοξεύετο, ως φράουλα τραγανή, εις πλήρη στύσιν. Αλλά και αύτη η φάσις δεν διήρκεσε πολύ. Η Γκρέτα, καταφανώς εν μεγάλη διεγέρσει διατελούσα, χωρίς την παραμικράν προφύλαξιν, ανέσυρε εν ριπή οφθαλμού το φόρεμά της, και, αποκαλύπτουσα, προς στιγμήν, ένα θαυμάσιον και προεξέχον πολύ, εν μέσω ολίγων αραιών τριχών μουνί (δεν έφερε σκελέαν), ήνοιξε τούς μηρούς της, έθεσε την κούκλαν μεταξύ αυτών, και καλύπτουσα πάλιν το ερωτικόν της όργανον, έσφιξε τούς μηρούς της, και ήρχισε να κινήται ζωηρώς, ζωηρότατα, επί του καθίσματός της, κατά τρόπον που εφανέρωνε ότι ηυνανίζετο με πάθος, τρίβουσα μανιωδώς το αιδοίον της, επί της κεφαλής και των μαλλιών του κομψού ανθρωπομόρφου ομοιώματος, επιδιώκουσα με αφάνταστον ζέσιν να επιφέρη τοιουτοτρόπως την έκχυσιν του ερωτικού χυμού της, αδιαφορούσα τελείως, και, ίσως, τερπομένη επιπροσθέτως, από το γεγονός ότι εξετέλει την τόσον άσεμνον, άλλα και τόσον χαριτωμένην αυτήν πράξιν δημοσία.
Κατ’ αρχάς, ο βαρώνος Χάσσελκβιστ, βυθισμένος όπως ήτο εις τους υπολογισμούς του, δεν αντελήφθη τι έκαμνε η κόρη του — τουτέστιν δεν αντελήφθη την φάσιν του «θηλασμού». Όταν όμως η Γκρέτα διέκοψε την «γαλούχησιν» και, μετά ταύτα, την πρόστριψιν του βυζιού της επί του προσώπου της κούκλας, και ήρχισε να μαλακίζεται υπό το φόρεμά της, με το κομψόν άθυρμα ανάμεσα εις τα σκέλη της, πιέζουσα αυτό, ταυτοχρόνως, και διά της χειρός, επί του μουνιού της, ο Σουηδός βαρώνος ηννόησε, τότε, αμέσως, τι έκαμνε η κόρη του, και αφού έρριψε γύρω του ένα αγωνιώδες βλέμμα και ανεκουφίσθη, νομίζων ότι ουδείς είχε αντιληφθεί την άσεμνον συμπεριφοράν της Γκρέτας, καθιστάμενος κατακόκκινος από εντροπήν και οργήν, επέπληξε αυστηρότατα την θυγατέρα του, και την διέταξε να διακόψη πάραυτα την λαγνικήν της πράξιν. Έπειτα, λαμβάνων και σφίγγων δυνατά τον δεξιόν βραχίονά της και σείων ζωηρώς την κινουμένην επί του καθίσματός της με έγκαυλον παραφοράν νεανίδα, την διέταξε να σηκωθή αμέσως και να τον ακολουθήση εις τα διαμερίσματά των, χωρίς να αντιληφθή ότι η καθημένη πλησίον του μικρά Αμερικανίς Αλεξάνδρα Μαίησον —φλεγομένη από μέγιστον ενδιαφέρον, άλλα υποκρινομένη ότι τίποτε δεν είδε— είχε ιδεί τα πάντα... Η νεαρά Σουηδή, φοβούμενη την οργήν του πατρός της, ηναγκάσθη να αποσύρη την κούκλαν από το αιδοίον της, και παρά την έκδηλον σφοδράν διέγερσίν της, συνεμορφώθη με τας επιταγάς του βαρώνου, διακόπτουσα την πρωτότυπον μαλακίαν που έκαμνε, χωρίς να φαίνεται ότι είχε την παραμικράν συναίσθησιν ότι αυτό που είχε διαπράξει ήτο κάτι το άσεμνον ή απηγορευμένον, ιδίως όταν εξετελείτο εις δημοσίους χώρους και ενώπιον πολλών θεατών. Λαμβάνουσα λοιπόν εκ νέου την κούκλαν της (ήτις έλαμπε τώρα από τα εκχειλίσματα του μουνιού της) εις την αγκάλην της, η νεαρά νυμφομανής ηγέρθη από την θέσιν της και ηκολούθησε τον πατέρα της, ασθμαίνουσα ακόμη από την έγκαυλον κατάστασίν της, καταφανώς παραπονεμένη και με έκφρασιν απορίας εις το πρόσωπόν της, που μία πράξις τόσον χαριτωμένη και τόσον ευχάριστος κατεδικάζετο, ενώ ο βαρώνος Χάσσελκβιστ, σύννους και καταστεναχωρημένος, σύρων αυτήν διά του βραχίονος, την ωδηγούσε απελπισμένη εις τα διαμερίσματά του.
Ανδρέας Εμπειρίκος

«Ο Μέγας Ανατολικός»




Όλα τα αποσπάσματα από αυτό το βιβλίο, εδώ



Δεν πάμε να πνιγούμε καλύτερα;

       Η δουλειά στο ξυλάδικο είταν η τέλεια αταξία. Δεν είχε ώρες κανονικές να δουλέψουμε, να ξέρεις τι έχεις να κάνεις, υπερωρίες, παύση το μεσημέρι, συνδικάτο, κρατήσεις –τίποτα απ’ αυτά. Καθώς ερχόνταν τα φορτηγά και φέρνανε την ξυλεία, τα δυο τ’ ανηψίδια –αυτά μπορούσανε να κάνουνε τη δουλειά τους. Εγώ δε μπορούσα να κάνω τίποτα, έπρεπε να περιμένω το Μάστορα. Ερχότανε κάποτε το πρωί, τα χαράματα, ερχόταν κάποτε και στις δέκα, κάποτε αργότερα ακόμα, το μεσημέρι. Και γινόταν κάποτε και τ’ αφεντικό μας έφτανε λαχανιασμένο τ’ απόγευμα, να μας πει πως ένας εργολάβος δικός του, έτσι κ’ έτσι τα κανονίσανε και θα ’ρχότανε το πρωί και του χρειαζόταν τούτο και κείνο και τόσο να ’ναι καινούργια ξυλεία και τόσο παλιά. Και τότες έπρεπε να δουλέψουμε μαζί με το Μάστορα ως αργά το βράδι – και δε μπορούσα να ’χω παράπονο, αφού τις άλλες ώρες καθόμουνα.

      Τα ίδια γινόντανε με την πληρωμή. Τ’ αφεντικό μας δεν είχε καθόλου βιβλία – μια φορά κάθε εξάμηνο ερχόταν ένας λογιστής και του τα ’φκιαχνε για την εφορία –όλα ψεύτικα. Μια φορά το χρόνο του ’φκιαχνε και τη δήλωση για τους φόρους –πάλι ψεύτικη. Δυο-τρείς μήνες ύστερα βρισκότανε σε λαχάνιασμα ατελείωτο με πιστοποιητικά κι αποδείξεις και δικηγόρους για την ψεύτικη δήλωση.

      -Μπρε μπεζεβέγκη, του λέει ο Μάστορας μια φορά –έτσι του μίλαγε. Περισσότερον τυραννίζεσαι και ξοδεύεις και περισσότερα παρά να επλήρωνες όπως πρέπει τους φόρους.

      -Ε ρε, κούνια που σε κούναγε, κακομοίρη Μιχάλη μου… Γι’ αυτό τα πρόκοψες έτσι. Να πληρώνουμε τα κανονικά μας, να γίνει κράτος δηλαδή το ρομέικο. Και δεν πάμε να πνιγούμε καλύτερα;
Δημήτρης Χατζής

«Το διπλό βιβλίο»




Όλα τα αποσπάσματα από το ίδιο βιβλίο, εδώ



Ο Οιδίποδας

      Κι έγινε ακόμα λόγος για τους χρησμούς και ο Φαντάρος παρατήρησε πως αν ήταν στη θέση του Οιδίποδα, όχι μόνο δε θα αυτοτυφλωνότανε, μα θα έλεγε στον Απόλλωνα πως δεν ευθύνεται για τίποτα, μια κι αυτός (ο Απόλλωνας) είχε προσχεδιάσει τα πάντα. Γιατί αυτός τον καταδίκασε τον Οιδίποδα να σκοτώσει τον πατέρα του και να κοιμηθεί με τη μάνα του και η καταδίκη εκείνη δεν βασιζότανε σε καμιά απολύτως κατηγορία. Ναι, τον καταδίκασε, γιατί ας μην παίζουμε με τις λέξεις, τι «Πράξε αυτό που σου λέω», τι «Θα πράξεις οπωσδήποτε αυτό που σου λέω», η πρόβλεψη του Απόλλωνα ισοδυναμεί με διαταγή και ήτανε πολύ φυσικό να υπακούσει ο Οιδίποδας στη διαταγή Του, μια και είχε κάνει τη στρατιωτική του θητεία και είχε μάθει να υπακούει στις διαταγές των ανωτέρων του. (Εδώ κι ο Αβραάμ είχε δεχτεί να σφάξει τον γιο του, γιατί να μη δεχότανε ο Οιδίποδας να σκοτώσει τον πατέρα του;) Το ότι ήτανε διαταγή και απόφαση του Απόλλωνα, αποδεικνύεται από το γεγονός ότι εγένετο τελικά το θέλημά Του. Ο Οιδίποδας λοιπόν θα μπορούσε κάλλιστα να πει ότι υπήρξε απλά και σκέτα ένα εκτελεστικό όργανο. Μα το κυριότερο, θα μπορούσε να επικαλεστεί το γεγονός πως έκανε ό,τι περνούσε απ’ το χέρι του για να μη σκοτώσει τον πατέρα του (δηλαδή τον Πόλυβο, γιατί για τον Οιδίποδα αυτός ήτανε ο πατέρας). Όμως είναι φανερό ότι αν υπάκουε τότε στην έμμεση, αλλά σαφέστατη διαταγή του Απόλλωνα και σκότωνε τον Πόλυβο, ο χρησμός δε θα επαληθευότανε. Άρα, για να γίνουνε τα πράγματα σύμφωνα με τον χρησμό, σύμφωνα με τη θέληση του Απόλλωνα, έπρεπε ο Οιδίποδας να παρακούσει τη διαταγή, έπρεπε να αισθανθεί φρίκη στη σκέψη ότι θα σκότωνε με τα ίδια του τα χέρια τον πατέρα του. Γιατί λοιπόν να τιμωρηθεί όπως τιμωρήθηκε; Μόνο και μόνο επειδή είχε ο σθένος να αντισταθεί στην επίμονη προτροπή Του, αρνούμενος να εκτελέσει το κατ΄εντολήν Του έγκλημα; Μα κι αν ακόμα δεχτούμε ότι ο Απόλλωνας δεν είχε πρόθεση να τιμωρήσει τον Οιδίποδα, αλλά επεδίωκε έναν άλλο σκοπό, αν δεχτούμε ότι για λόγους που μόνον Εκείνος γνωρίζει, η επαλήθευση του χρησμού ήταν απαραίτητη για την διατήρηση της συμπαντικής αρμονίας, ότι ήτανε κι αυτή μια ελάχιστη λεπτομέρεια της προκαθορισμένης πορείας του σύμπαντος, ότι ήτανε με δυο λόγια αναγκαία και ότι χωρίς αυτήν θα γκρεμιζότανε το όλο οικοδόμημα, που είχαν χτίσει οι θεοί με πέτρες του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος και άρα, αν έλειπε έστω και ένας κόκκος άμμου, το κτίσμα θα έπαυε να είναι (ως οφείλει εξ υποθέσεως) τέλειο, τότε γιατί να μην ανταμειφθεί ίσα ίσα ο Οιδίποδας, μια και σκοτώνοντας , εν αγνοία του έστω, τον πατέρα του, δηλαδή τον Λάιο, εξετέλεσε ουσιαστικά τη διαταγή του Απόλλωνα και συνετέλεσε συνεπώς στη στερέωση της κτίσεως, μια και το αποτέλεσμα ήταν αυτό ακριβώς που επιδιώξανε οι θεοί;


Στα σύννεφα

       Στην πατρίδα οι άνθρωποι καπνίζανε καπνό χύμα. Ως παραγωγοί. Θυμάμαι ερχόντουσαν από την Ελλάδα αυτά τα τσιγαρόφυλλα, με τους βασιλιάδες και τις πριγκίπισσες ζωγραφισμένες στα κουτιά. Και αυτά τα φυλάγαμε εμείς σαν κειμήλια. Ερχόντουσαν λαθραία από την Ελλάδα στον Πόντο. Ο Κωνσταντίνος, ο Γεώργιος, οι πριγκίπισσες. Τις φυλάγαμε αυτές τις ωραίες εικόνες.
Ο πατέρας μου έλεγε. Κοίταζε τα βουνά που είχαν σύννεφα κι έλεγε: Εκεί πίσω είναι η Αθήνα. Και εγώ φανταζόμουν ότι η Αθήνα ήταν στα σύννεφα.
Ο ξάδερφός μου, που μεγαλώσαμε μαζί, δεν θυμάται τίποτα. »


Ήρχισε τό παρθενικόν ταξίδιόν του

            Περί τήν δεκάτην πρωινήν τής επομένης, οι επιβάται ήρχισαν να καταφθάνουν. Εις σειράς ατελευτήτους, που ωμοίαζαν μακρόθεν με αναρριχωμένας επί δένδρων κάμπας, αναρίθμητοι άνδρες, γυναίκες και παιδιά, ανήρχοντο διά των υψηλών κλιμάκων επί τού υπερωκεανείου. Τά βαρούλκα ανεβίβαζαν εν σπουδή τάς αποσκευάς. Φίλοι και συγγενείς τών επιβιβαζομένων έσειαν εντός λέμβων τά μανδήλιά των ευχόμενοι καλόν ταξίδιον εις τούς αναχωρούντας. Φωναί εγέμιζαν τόν αέρα. Οι πέπλοι τών ταξιδιωτισσών και τά μαλλιά των λυσικόμων κορασίων εκυμάτιζαν εις εκάστην πνοήν τού ανέμου ενώ, εις την ακραίαν κεραίαν τού πρυμναίου ιστού, εκυμάτιζε υψηλά η κυανή και ερυθρά σημαία τού εμπορικού στόλου τής Μεγάλης Βρεταννίας.

Περί τήν δεκάτην και ημίσειαν, έφθασε ο δήμαρχος τής πόλεως, τό δημοτικόν συμβούλιον, αι λιμενικαί αρχαί, αντιπρόσωποι τού εμπορικού επιμελητηρίου, μερικά επιφανή μέλη τών μεγάλων βιομηχανικών οργανισμών, πολλοί δημοσιογράφοι και τρείς βουλευταί τής περιφερείας. Ολίγον αργότερον έφθασε ο αντιπρόσωπος τής Βασιλίσσης, με τούς ναυπηγούς και τούς διευθυντάς, καθώς και οι κυριώτεροι μέτοχοι τής εταιρείας εις ην άνηκε τό μέγα πλοίον. Εις τάς ένδεκα, επί τού αχανούς πρωραίου καταστρώματος, ετελέσθη αγιασμός, παρουσία όλων τών επισήμων, πολλών επιβατών, τών αξιωματικών και σχεδόν ολοκλήρου τού πληρώματος, υπό τού αρχιεπισκόπου τής μεγίστης πόλεως τού Λανκασάϊρ, ήτις ήτο συγχρόνως και ο πρώτος λιμήν τού Ηνωμένου Βασιλείου διά πάσαν υπερατλαντικήν συναλλαγήν και εμπορίαν.
Μετά ταύτα εξεφωνήθησαν τρείς σύντομοι λόγοι, προσεφέρθησαν αναψυκτικά και ταχυδρομικά δελτάρια φέροντα τήν εικόνα τού « Μεγάλου Ανατολικού », ηκούσθησαν, έπειτα, άπειρα χειροκροτήματα και ζωηραί επευφημίαι και, τέλος, εις τάς δώδεκα ακριβώς, οι επίσημοι, αφού απεχαιρέτησαν τόν γηραιόν, άλλα θαλερόν κυβερνήτην τού υπερωκεανείου Τζάκ Άντερσον, εγκατέλειψαν το σκάφος.
Οι δύο γιγαντιαίοι τροχοί εις τά πλευρά τού νεότευκτου κολοσσού και η τεραστία έλιξ εις τήν πρύμνην ήρχισαν να περιστρέφονται βραδέως, και ο « Μέγας Ανατολικός », εν μέσω αφρόεντος παφλασμού, ήρχισε, ευθύς μετά την ανέλκυσιν τών αγκυρών του, να κινείται πρόσω ήρεμα, κατευθυνόμενος προς τήν έξοδον τού λιμένος, εντός πανδαιμονίου πανηγυρικών συριγμών όλων των ελλιμενισμένων ατμοπλοίων, οδηγούμενος από δύο προπορευομένας πλοηγίδας και επευφημούμενος από τά παραληρούντα εις τά κρηπιδώματα και τάς προκυμαίας πυκνότατα πλήθη.
Κατερχόμενον με κατά τι ηυξημένην ταχύτητα τόν Μέρσεϋ, τό μέγα υπερωκεάνειον επλησίαζε ολονέν εις τάς εκβολάς τού πόταμου και μετ' ολίγον εισήρχετο εις τήν θάλασσαν. Εις τό σημείον τούτο, τά δύο πλοηγικά πλοιάρια απεχαιρέτησαν τόν κολοσσόν, και ο « Μέγας Ανατολικός », προωθούμενος από τούς δύο τεραστίους τροχούς και τήν ισχυράν του έλικα, ανέπτυξε όλην του τήν ταχύτητα και ελεύθερος πλέον, ήρχισε τό παρθενικόν ταξίδιόν του και την ιστορικήν πορείαν του, προς τήν πέραν τού Ατλαντικού ήπειρον, κομίζων εις τόν Νέον Κόσμον τόν χαιρετισμόν τής ανθηροτάτης πάντοτε γηραιάς Ευρώπης. Η ημέρα ήτο ωραία. Ο ήλιος έλαμπε, ο ουρανός ήτο ανέφελος και μία αύρα ελαφρά εθώπευε τό πελώριον σκάφος και εδρόσιζε τά πρόσωπα και τά σώματα τών αναριθμήτων επιβατών. Εις τάς λεύκας ως κιμωλία ακτάς της νοτιοδυτικής Αγγλίας, η θάλασσα προσέθετε τήν διηνεκώς ανανεουμένην δαντέλλαν τού αφρού της. Υψηλότερα, εις τούς κυματιστούς λειμώνας, όπου βλαστάνει εις όλας τάς εποχάς τού έτους η καταπράσινη χλόη και φύονται εν εκστάσει τά βαθύσκια δένδρα τής αειθαλούς ταύτης νήσου, εφαίνοντο ακόμη μακρόθεν, αλλού μεν ίπποι που έβοσκαν και αγελάδες, αλλού δε κομψαί αγροικίαι, εις τά παράθυρα και τάς θύρας τών οποίων οι γαιοκτήμονες και οι ναυτικοί παρετήρουν έκθαμβοι, τινές με διόπτρας, άλλοι με γυμνούς οφθαλμούς, τό εν θριάμβω διερχόμενον μέγα υπερωκεάνειον σκάφος.
Ανδρέας Εμπειρίκος

«Ο Μέγας Ανατολικός»




Όλα τα αποσπάσματα από αυτό το βιβλίο, εδώ


Εν τη εκκλησία διανυκτέρευσις





          Ενθυμούμαι ακόμη οποίαν εντύπωσιν έκαμεν επί της παιδικής μου φαντασίας η πρώτη εν τη εκκλησία διανυκτέρευσις. Το αμυδρόν φως των έμπροσθεν του εικονοστασίου λύχνων, μόλις εξαρκούν να φωτίζη αυτό και τας προ αυτού βαθμίδας, καθίστα το περί ημάς σκότος έτι υποπτότερον και φοβερώτερον, παρά εάν ήμεθα όλως διόλου εις τα σκοτεινά.
Οσάκις το φλογίδιον μιας κανδύλας έτρεμε, μοι εφαίνετο, πως ο άγιος επί της απέναντι εικόνος ήρχιζε να ζωντανεύη, και εσάλευε, προσπαθών ν’ αποσπασθή από τας σανίδας, και καταβή επί του εδάφους, με τα φαρδυά και κόκκινά του φορέματα, με τον στέφανον περί την κεφαλήν, και με τους ατενείς οφθαλμούς επί του ωχρού και απαθούς προσώπου του. Οσάκις πάλιν ο ψυχρός άνεμος εσύριζε δια των υψηλών παραθύρων, σείων θορυβωδώς τας μικράς αυτών υέλους, ενόμιζον, ότι οι περί την εκκλησίαν νεκροί ανερριχώντο τους τοίχους και προσεπάθουν να εισδύσωσιν εις αυτήν. Και τρέμων εκ φρίκης, έβλεπον ενίοτε αντικρύ μου ένα σκελετόν, όστις ήπλωνε να θερμάνη τας ασάρκους του χείρας επί του μαγκαλίου, το οποίον έκαιε προ ημών.






Αυτά ξέρω εγώ

      Έτσι έγιναν τα πράγματα και όσοι τα λένε αλλιώς λένε ψέματα. Η διαγωγή μας στα κατεχόμενα εδάφη ήταν αισχρή. Κατά την προέλαση εννοώ και κυρίως μετά τον Σαγγάριο. Είδα φαντάρο να σφάζει βόδι για να πάρει τη σπλήνα. Να σφάζει ένα βόδι εκατό οκάδες, να το ανοίγει, να παίρνει τη σπλήνα και να φεύγει. Άσε τα καψίματα σπιτιών, άσε τις γυναίκες. Τουρκάλες, να περνάνε δεκαπέντε είκοσι φαντάροι από πάνω τους. Αυτά ξέρω εγώ.


Και ο Ρήγας Φερραίος το ίδιο θα ’κανε



     Η μάνα μου καθόταν στη ραπτομηχανή, και για να με παρηγορήσει μ’ έβαλε να τη βοηθήσω. Ξήλωνε τη σημαία μας. Την είχαμε κρεμάσει τη μέρα που έφυγε ο πατέρας μου, και άλλη μια ημέρα, που πήρε ο στρατός μας μια πόλη, Κορυτσά νομίζω. Τώρα, Κατοχή, η σημαία ήταν και άχρηστη και επικίνδυνη, αν τυχόν μας έκαναν έρευνα. Σε όλα τα σπίτια έκαναν έρευνα, ένας διερμηνέας Έλληνας και δύο Γερμανοί. Αρχικώς έστελναν Ιταλούς, αλλά επειδή έπιαναν συζήτηση με τους κατεχόμενους, οι Γερμανοί τους έβγαλαν απ’ αυτή την εργασία. Στο δικό μας το σπίτι δεν είχαν έρθει ποτέ για έρευνα, κι εγώ το είχα σαν κοινωνική ταπείνωση. Πάντως, επειδή περί σημαίας, εγώ δεν καταλαβαίνω σε τι χρησιμεύει, μόνο σε μερικές επιθεωρήσεις μας φάνηκε χρήσιμη, σε ορισμένα νούμερα.

     Ξηλώναμε τη σημαία με την μητέρα μου. Ευτυχώς ήταν μεγάλη, την είχε, θυμάμαι, φέρει ο πατέρας μου μια φορά προ ετών, ένας κρεοπώλης είχε φαλιρίσει και δεν του ξόφλαγε τριών ημερών άντερα και πλυστικά πατσάς. Και ο πατέρας μου του έκανε κατάσχεση μια σημαία και μία ζυγαριά, καντάρι τη λέγαμε τότε, απ’ αυτές που κρεμάς το εμπόρευμα από ένα τσιγκελάκι για να το ζυγίσεις. Δεν πρόφτασε να κάνει κατάσχεση σε τίποτ’ άλλο, τον είχαν προλάβει άλλοι, μόνο η σημαία και το καντάρι είχαν απομείνει στο μαγαζί. Και όταν την αναρτήσαμε στις είκοσι οχτώ Οκτωβρίου που έφευγε ο πατέρας μου, σχεδόν κουκούλωσε όλη μας την πρόσοψη, μου θύμισε ένα πατριωτικό σχολικό τραγούδι, σκέπασε μάνα σκέπασε, γαλανομάτα κόρη. Ευτυχώς που τη θυμήθηκε η μητέρα μου. Αρχικώς την είχαμε και για σεντόνι. Τώρα, την ξηλώσαμε και η μητέρα μου την έκοψε κι έβγαλε τέσσερα ζεύγη φανελλάκια για όλα μας, και από δύο βρακιά του καθενός. Μάλιστα, θυμάμαι, στο δικό μου βρακί έλαχε η μέση, με το σταυρό, δε σήκωνε ξήλωμα, κι έτσι φόραγα βρακί κυανόλευκο και ο σταυρός μ’ έκοβε στον καβάλλο αποκάτω ακριβώς. Πάντως, ξεχειμωνιάσαμε μ’ αυτά τα εσωρρουχάκια. Και ούτε διατρέχαμε πλέον κίνδυνο να βρουν σπίτι μας σημαία, πράγμα αντιστασιακό, έτσι και μας έκαναν έρευνα. Αν και δεν έλπιζα πλέον. Όμως ο παπα-Ντίνος είδε μια μέρα απλωμένα τα εσώρρουχά μας σε σκοινί πίσω απ’ το ιερό, τα κατάλαβε όλα. Πώς βάσταξε η καρδιά σου, κυρά μου, λέει στη μάνα μας. Και η μαμά μου του λέει και ο Ρήγας Φερραίος το ίδιο θα ’κανε αν είχε παιδιά γδυμνά. Ο παπάς δεν ξανασχολίασε για τα σώβρακά μας.




Σαματατζίδικο και ελαφρόμυαλο

      Οι ξένοι αγνοούν την εσωτερική ζωή της πόλης. Τι απεχθάνονται στην Πιούρα; Την απομόνωσή της, τους απέραντους αμμότοπους που τη χωρίζουν από την υπόλοιπη χώρα, την έλλειψη δρόμων, τις ατελείωτες διαδρομές καβάλα στο άλογο κάτω από έναν ζεματιστό ήλιο και τις ενέδρες των ληστών. Φτάνουν στο ξενοδοχείο «Το Άστρο του Βορρά», που βρίσκεται στην πλάσα δε λας Άρμας και είναι ένα ξεθωριασμένο αρχοντικό, ψηλό σαν το κιόσκι όπου τις Κυριακές γίνονται υπαίθριες συναυλίες και στη σκιά του οποίου εγκαθίστανται οι ζητιάνοι και οι λούστροι, και είναι αναγκασμένοι να μένουν κλεισμένοι εκεί, από τις πέντε το απόγευμα, κοιτάζοντας μεσ’ από τις διάφανες κουρτίνες, πώς η άμμος καταλαμβάνει τη μοναχική πόλη. Στο μπαρ «Του Άστρου του Βορρά» πίνουν ώσπου να πέσουν κάτω από το μεθύσι. «Εδώ δεν είναι όπως στη Λίμα», λένε, «δεν έχει πουθενά να διασκεδάσεις˚ οι ντόπιοι δεν είναι κακοί, αλλά φοβερά ολιγαρκείς, καθόλου ξενύχτηδες». Θα ήθελαν καταγώγια που να φλέγονται ολονυχτίς για να κάψουν τα κέρδη τους. Γι’ αυτό, όταν φεύγουν, μιλάνε συνήθως άσχημα για την πόλη, φτάνουν σε σημείο να τη δυσφημίζουν. Και μήπως υπάρχουν άνθρωποι πιο φιλόξενοι και εγκάρδιοι από τους Πιουριανούς; Υποδέχονται θριαμβευτικά τους ξένους, τσακώνονται για το ποιος θα τους φιλοξενήσει, όταν το ξενοδοχείο είναι γεμάτο. Τους ζωέμπορους, τους μπαμπακέμπορους, τους εκάστοτε εκπροσώπους των Αρχών που έρχονται, οι προύχοντες τους διασκεδάζουν όσο καλύτερα μπορούν: οργανώνουν προς τιμήν τους κυνήγια ελαφιού στα βουνά του Τσουλουκάνας, τους ξεναγούν στα αγροκτήματά τους, οργανώνουν ψησταριές. Οι πόρτες της Καστίγια και της Μανγκατσερία είναι ανοικτές για τους Ινδιάνους που μεταναστεύουν από τα βουνά και φτάνουν στην πόλη πεινασμένοι και τρομαγμένοι, για τους μάγους που διώχνουν από τα χωριά οι παπάδες, για τους πραγματευτές με τα φτηνομπιχλιμπίδια τους που έρχονται στην Πιούρα μπας και πλουτίσουν. Πωλητές τσίτσα, νεροκουβαλητές, ποτιστές, τους υποδέχονται με οικειότητα, μοιράζονται μαζί τους το φαγητό και το ράντσο τους. Φεύγοντας, οι ξένοι παίρνουν πάντα μαζί τους δώρα. Αλλά με τίποτα δεν ευχαριστιούνται, είναι πεινασμένοι για γυναίκες και τους είναι ανυπόφορη η νύχτα της Πιούρα, όπου αγρυπνάει μανάχα η άμμος που πέφτει από τον ουρανό.
Τόσο λαχταρούσαν γυναίκες και νυχτερινή διασκέδαση αυτοί οι αχάριστοι, που τελικά ο ουρανός («ο διάολος, ο καταραμένος κερασφόρος», λέει ο πατέρας Γκαρσία) τους έκανε το χατίρι. Κι έτσι εμφανίστηκε, σαματατζίδικο και ελαφρόμυαλο, ξενύχτικο, το Πράσινο Σπίτι.


Μάριο Βάργκας Λιόσα

«Το πράσινο σπίτι»


Μετάφραση: Κατερίνα Τζωρίδου


Δεν θα λαλήσει κόκορας

       13 Μαρτίου 1921. Ετοιμαζόμεθα να αλλάξουμε καταυλισμόν μεταφέροντες τα μεταγωγικά προς ασφάλειαν εις τους πρόποδας του βουνού. Το πυροβολικόν μας βάζει πυρά ταχέα προς εκτόπισιν του εχθρού. Εις τας έντεκα έρχεται διαταγή εκκινήσεως διότι ο εχθρός ετράπη εις φυγήν. Καθ’ οδόν βλέπουμε το εγκατελειφθέν πολεμικό υλικό. Γελιούς, όπλα, αραμπάδες πλήρεις πυρομαχικών. Πλησιάζομε και την τελευταίαν κορυφήν του όρους Ακρατάγ. Από εκεί πλέον είμεθα θεαταί των πέριξ μικρασιατικών εκτάσεων. Επί των υψηλοτάτων αυτών κορυφών εσταμάτησε και το ιππικόν του Μεγάλου Αλεξάνδρου.
       Αρχίζομε να κατερχόμεθα αλλά το μέρος αυτό είναι κεκαλυμμένο από χιόνι. Το χιόνι έχει παγώσει και πατηθεί κατ’ αρχάς από το πεζικό, και έχει στερεοποιηθεί. Τα μεταγωγικά δυσκολεύονται κατά την κατάβασιν. Χαμηλά εις την πεδιάδα παρατηρούμε πολλές φωτιές. Είναι οι καταυλισμοί όσων έχουν προελάσει και τώρα ψήνουν κότες και αρνιά. Μετά μυρίων βασάνων κατερχόμεθα και καταυλιζόμεθα πλησίον τουρκικού χωριού. Αμέσως πολλοί συνάδελφοί μου τρέχουν εκεί για πλιάτσικο. Διανυκτερεύομεν εν υπαίθρω και υπό των αντισκήνων. Καθ’ όλην την νύκτα ακούγονται φωναί χανουμισσών αι οποίαι βιάζονται. Εις το χωριό αυτό δεν θα λαλήσει κόκορας.


Το πράγμα ήταν καθαρό και ξάστερο

       Ήτανε παραμονή των Φώτων – ξεύρεις πώς είναι η καρδιά μου σε τέτοιαις επίσημαις ημέραις. Ενθυμήθηκα τον μακαρίτη τον πατέρα σου, κ’ ενθυμήθηκα, πως μια τέτοια παραμονή, σαν είδες του κόσμου τα παιδιά που κρατούσαν ταις σουρβιαίς και σούρβιζαν τους ανθρώπους μεσ’ στον δρόμο, πήρες και συ μία σκούπα και άρχησες να χτυπάς τον πατέρα σου πα’ στην ράχη και να τον σουρβίζης: «Σούρβα, σούρβα! Γερό κορμί, γερό σταυρί, όλο γεια και δύναμι, και του χρόν’ γεροί!» Έτσι μικρό που ήσουνε, ήξευρες τα λόγια. Και το χάρηκεν ο μακαρίτης, και σε πήρε στην αγκαλιά του και σε φίλησε: - Έχε την ευχή μου, και να μου τρανέψεις! – Και σ’ έδωκε μία πεντάρα, και μ’ εκούνησε με το δάχτυλο και με είπε. – Αυτό το παιδί, γυναίκα, θα γένη! – Πού το ήξευρε, πως ύστερ’ από τρεις μήνες θε να σ’ άφην’ ορφανό! Και πού το ήξευρε, πως οι παραμοναίς των Φώτων θε νάρχουνταν και θα περνούσαν και συ θα κακοπάθιαζες στην ξενητειά κι εγώ θε νάκλαιγα μονάχη!
       Έτσι κ’ εκείνη την παραμονή. Ο Μιχαήλος που με ήξευρεν, επήγεν από νωρίς εις το βουνό και έφερε μία σουρβιά: Ένα μεγάλο κλωνί γεμάτο σφιχτά και πράσινα μάτια – Μ’ αυτά τα σούρβα, μάνα, θα διούμεν απόψε την τύχη μας. – Σαν ήρθεν ο Χρηστάκης στο σπίτι εκαθήσαμε στο παραγώνι κ’ εχωρίσαμε την φωτιά σε δυο μεριαίς, και άρχησεν ο Μιχαήλος να βάζη τα σούρβα στην μέση πα’ στην καυτερή πλάκα, για να διούμε την τύχη μας. Πρώτα πρώτα σ’ ωνομάτισεν εσένα, κ’ έκοψε σούρβο και το έβαλε. Και μόλις τώβαλεν, εβρόντηξε και πήδηξε κι’ εβγήκεν απ’ την στια. Έχε την ευχή μου, Μιχαήλο! του είπα. Απόψε εύφρανες την καρδιά μου. Σαν είν’ ο Γιωργής μας γερός, είμασθ’ όλοι καλά! Ύστερα μ’ ωνομάτισεν εμένα. Ε! κ’ εγώ, πες, καλά πήγα. Ύστερα ωνομάτισε τον Χρηστάκη – και διες εσύ! Το μάτι της σουρβιάς έμεινε πα’ στην πλάκα που τώβαλε, σιγανό και ακίνητο, ώστε που εμαύρισε κ’ εκάπνισε κ’ έγειρεν ολίγο και εκάηκε – Χριστός και Παναγιά, παιδάκι μου! του είπα. Δεν έβαλες καλό σούρβο! Κ’ επήρα την σουρβιάν από το χέρι του κ’ εδιάλεξα το πιο καλό το μάτι και άνοιξα καινούριο τόπο στην φωτιά και το έβαλα… Εκάπνισεν ολίγο, εμαύρισεν, ετανίσθη κ’ έμεινε στον τόπο! Τότ’ εγέλασεν ο Χρηστάκης δυνατά κ’ επήρεν ένα δαυλί και ανεκάτωσε τα κάρβουνα και είπε:
       - Εγώ, μητέρα, είμαι βασταγερός άνθρωπος, το ξέρεις. Έτσι εύκολα εύκολα δεν πηδώ να φύγω μεσ’ από λίγη ζέστη σαν και του λόγου σας. Αν θέλης να ιδής την τύχη μου, φέρ’ εδώ!
        Και πήρε το κλωνί από το χέρι μου και το έβαλε μεσ’ στην φωτιά. Κ’ επυρώθηκαν τα σούρβα και ήρχησαν να βροντούν και να πηδούνε…
       Τώρα, λέγε μου εσύ ό,τι θέλεις. Σούρβα είναι σούρβα, το ξέρω. Και την τύχη την βλέπουν για την συνήθεια, όχι για την αλήθεια, κι’ αυτό είναι σωστό. Μα όταν θυμηθώ τους κούφιους εκείνους κρότους και ταις μακρυναίς τουφεκιαίς που ύστερα από λίγαις ημέραις άρχησαν ν’ ακούγωνται τριγύρω στα χωριά, μου ξεσηκόνετ’ η καρδιά μου, και δεν μπορώ να ησυχάσω. Το πράγμα ήταν καθαρό και ξάστερο, μα μεις δεν το ψηφήσαμε, μόνο το πήραμ’ ελαφρυά κ’ εγελάσαμεν.


Μπας και ήταν μεθυσμένος;

      Αφού τελειώσει τη δουλειά του, ο Κάρλος Ρόχας δένει το πλεούμενο σ’ έναν από τους στύλους του Παλιού Γεφυριού και πηγαίνει σε μια καντίνα της Γκαγινασέρα όπου μαζεύονται όσοι ξυπνάνε νωρίς. Εκείνο το πρωί υπήρχαν κιόλας κάμποσοι νεροκουβαλητές, οδοκαθαριστές και μικροπωλητές, όλοι ντόπιοι. Του σέρβιραν μια κολοκύθα γεμάτη κατσικίσιο γάλα, τον ρώτησαν γιατί είχε τέτοια μούτρα. Ήταν καλά η γυναίκα του; Και το πιτσιρίκι του; Ναι, καλά ήταν, και ο Χοσεφίνο περπατούσε κιόλας κι έλεγε μπαμπά, όμως εκείνος έπρεπε να τους πει κάτι. Και συνέχιζε να στέκεται με τη στοματάρα του ανοιχτή και τα μάτια γουρλωμένα απ’ την έκπληξη, λες και μόλις είχε δει τον ίδιο το διάολο. Δέκα χρόνια που δούλευε βαρκάρης και ποτέ δεν είχε δει κανέναν στο δρόμο όταν σηκωνόταν, αν εξαιρέσεις τον κόσμο από το σφαγείο. Ο ήλιος δεν έχει ξεμυτίσει ακόμα, μαυρίλα ολόγυρα, είναι η στιγμή που η άμμος πέφτει πιο δυνατά, ποιος να σκεφτεί, λοιπόν, να βγει έξω τέτοια ώρα; Και οι Γκαγινασέροι, δίκιο έχεις, φίλε, κανείς δεν θα το σκεφτόταν. Μιλούσε με φόρα, τα λόγια του ήταν σαν πυροβολισμοί και τα συνόδευε με παραστατικές χειρονομίες, στις παύσεις πάντα η στοματάρα ανοιχτή και τα μάτια γουρλωμένα. Γι’ αυτό ήταν που τρόμαξε, να πάρει, επειδή παραξενεύτηκε. Τι είναι αυτό; Κι άκουσε πάλι, ολοκάθαρα, τις οπλές ενός αλόγου. Δεν είχε αρχίσει να του στρίβει, φυσικά είχε κοιτάξει ολόγυρα, ας περίμεναν, ας τον άφηναν να τους πει: το είχε δει μπαίνοντας στο Παλιό Γεφύρι, το γνώρισε αμέσως. Το άλογο του δον Μελτσόρ Εσπινόσα; Εκείνο το άσπρο; Μάλιστα, γι’ αυτό ακριβώς, επειδή ήταν άσπρο, έλαμπε μέσα στο ξημέρωμα κι έμοιαζε με φάντασμα. Κι οι ντόπιοι, απογοητευμένοι, θα ’χει λυθεί, δεν είναι τίποτα καινούργιο. Ή μπας και του δον Μελτσόρ του κατέβηκε η ανοησία να ταξιδέψει μες στα σκοτάδια; Αυτό σκέφτηκε κι εκείνος, εντάξει, θα το ’σκασε το ζώο του, πρέπει να το πιάσει. Πήδηξε στη στεριά και με μεγάλες δρασκελιές ανέβηκε στην όχθη, πάλι καλά που το αλογάκι δεν βιαζόταν, άρχισε να το πλησιάζει σιγά σιγά για να μη το τρομάξει, τώρα θα ’βγαινε μπροστά του και θα του έπιανε τη χαίτη, και με το στόμα τσ, τσ, τσ, ήρεμα, θα το καβαλίκευε ξεσέλωτο και θα το πήγαινε πίσω στο αφεντικό του. Προχωρούσε αργά, το πλησίαζε, και καλά καλά δεν το ’βλεπε απ’ την πολλή άμμο, μπήκαν μαζί στην Καστίγια, και τότε βγήκε στο δρόμο του εκείνος και πάει. Με ανανεωμένο το ενδιαφέρον τους οι Γκαγινασέροι τι έγινε, Κάρλος, τι είδες; Μάλιστα, τον δον Ανσέλμο που τον κοίταζε καβάλα στ’ άλογο, λόγω τιμής. Είχε ένα πανί στο πρόσωπο και, για μια στιγμή, εκεινού του κόπηκε το αίμα: συγγνώμη, δον Ανσέλμο, νόμιζα ότι το ζώο το ’χε σκάσει. Και οι Γκαγινασέροι, τι έκανε εκεί; Πού πήγαινε; Το ’σκαγε από την Πιούρα στα κρυφά, σαν τον κλέφτη; Ας τον άφηναν να τελειώσει, διάολε. Γέλασε με την ψυχή του, τον κοίταζε και ξεκαρδιζόταν στα γέλια, και το αλογάκι που στριφογύριζε. Ήξεραν τι του είπε; Ησυχάστε, μη φοβάστε, Ρόχας, δεν είχα ύπνο και βγήκα να κάνω μια βόλτα. Άκουσαν; Όπως ακριβώς τα έλεγε. Ο άνεμος ήταν ζεστή φωτιά, μαστίγωνε άγρια, πολύ άγρια κι εκείνου του ήρθε να του απαντήσει αν τον περνούσε για χαζό. Νόμιζε ότι θα το ’χαβε; Κι ένας Γκαγινασέρος αλλά δεν θα του το είπες, Κάρλος, δεν λέμε τους ανθρώπους ψεύτες, άσε που, τι σ’ ενδιέφερε. Όμως η ιστορία δεν τελειώνει εκεί. Λίγο αργότερα τον ξαναείδε, μακριά, στο μονοπάτι του Κατακάος. Και μια Γκαγινασέρα, στον αμμότοπο; Ο φουκαράς, θα του ’χει γίνει το πρόσωπο κόσκινο και τα μάτια και τα χέρια. Έτσι που φυσούσε εκείνη τη μέρα. Έτσι και δεν τον άφηναν να μιλήσει θα σώπαινε και θα ’φευγε. Ναι, ήταν ακόμα καβάλα στ’ άλογο κι έκανε βόλτες αδιάκοπα, κοίταζε το ποτάμι, το Παλιό Γεφύρι, την πόλη. Και μετά ξεκαβαλίκεψε κι έπαιζε με το πόντσο του. Έμοιαζε με ευχαριστημένο πιτσιρίκι, χοροπηδούσε ασταμάτητα σαν τον Χοσεφίνο. Και οι Γκαγινασέροι, μπας και του ’στριψε του δον Ανσέλμο; Κρίμα θα ήταν, τόσο καλός άνθρωπος που είναι, μπας και ήταν μεθυσμένος; Και ο Κάρλος Ρόχας όχι, δεν του φάνηκε για τρελός ούτε για μεθυσμένος, του είχε δώσει το χέρι όταν χωρίζονταν, τον ρώτησε τι έκανε η οικογένειά του και τους έστειλε χαιρετισμούς. Καταλάβαιναν όμως ότι με το δίκιο του είχε παραξενευτεί τόσο.





Μάριο Βάργκας Λιόσα

«Το πράσινο σπίτι»


Μετάφραση: Κατερίνα Τζωρίδου


... τον σχεδόν απίστευτον αυτόν τιτάνα

     Όλαι αι προετοιµασίαι είχαν τερµατισθεί και ο γίγας τών θαλασσών ανέµενε τήν ηµέραν τού απόπλου που επρόκειτο να λάβη χωράν εντός τού τελευταίου δεκαηµέρου τού Μαΐου τού 1867 εκ τού λιµένος τού Λίβερπουλ. Το µέγα υπερωκεάνειον σκάφος, τού οποίου η ναυπήγησις µόλις προ ολίγων εβδοµάδων είχε περατωθεί, και τού οποίου αι δοκιµαί έγιναν επιτυχώς προ δεκαπενθηµέρου, ήτο αγκυροβοληµένον εις ανοικτόν τι σηµείον τού λιµένος, διότι αι διαστάσεις του δεν επέτρεπαν τήν είσοδόν του εις τά ντόκς. Κανέν εκ τών εσωτέρων σηµείων τού λιµένος, ακόµη και τό πλέον ευρύχωρον, δεν ήτο δυνατόν να τό δεχθή, και ο θαλάσσιος κολοσσός ανέµενε τήν ώραν τής αναχωρήσεως δια τό παρθενικόν ταξίδιόν του µεγαλοπρεπώς αποµονωµένος από τά λοιπά συνήθη σκάφη, εν τώ µέσω τών οποίων εξεχώριζε, όσον αι κορδιλιέραι τών Άνδεων από τάς αλλάς οροσειράς τής οικουµένης. Ήδη η 21η Μαΐου είχε φθάσει και τήν εποµένην επρόκειτο να λάβη χωράν ο απόπλους. Τό υπερωκεάνειον είχε σηµαιοστολισθεί και αναρίθµητοι λέµβοι, άκατοι και φορτηγίδες µετέφεραν καθ' όλην τήν διάρκειαν τής ηµέρας τά τελευταία εφόδια και τούς τελευταίους επισκέπτας, οίτινες, πλησιάζοντες είτε εκ τής τεραστίας καθέτου πρώρας, είτε εκ τής πελωρίας καµπύλης πρύµνης, απεθαύµαζαν τόν όγκον, τό ύψος και τό ατελεύτητον µµ ήκος τού ποντοπόρου Λεβιάθαν, και εδιάβαζαν κεχηνότες και µ ε άνω εστραένα τά βλέµµατά των, ωσάν να παρετήρουν κορυφήν εγγύς κειένου κατακόρυφου ορούς, τό επί τών χαλυβδίνων ελασµάτων αναγραφόµενον όνοµα τού πλοίου: « Μέγας Ανατολικός ».

     Επρόκειτο αληθώς περί απιστεύτου κολοσσού. Τό εκτόπισµά του ήτο άνω τών 25. 000 τόννων. Τό µήκος του υπερέβαινε τούς 690 πόδας, τό πλάτος του τούς 80, τό βάθος του ήτο 58 ποδών, τό δε µέσον βύθισµά του έφθανε τούς 20 πόδας. Και τό µεγαλύτερον εκ τών υπαρχόντων άλλων ανά τήν υφήλιον υπερωκεανείων, θα εφαίνετο νάνος παραβαλλόµενον προς τόν θαλάσσιον αυτόν γίγαντα.

     Καίτοι η ώρα ήτο προκεχωρηµένη και ο ήλιος δεν απείχε πολύ από τήν δύσιν, ωρισµένοι εργάται και ναύται εχειρίζοντο ακόµη τά βαρούλκα, ενώ άλλοι µετέφεραν επί τών ώµων των δέµατα παντοειδή εις τά καταστρώµατα και τά υποφράγµατα. Ένας νεαρός ανθυποπλοίαρχος µε βραχείαν καπνοσύριγγα εις τό στόµα, ακουµβών επί τής κουπαστής τής γέφυρας, εθώπευε τό ξανθόν υπογένειόν του, ενώ, από καιρού εις καιρόν, εξήρχοντο από τά χείλη του γαλανόφαιαι τολύπαι καπνού αρωµατώδους. Και ενώ ερρέµβαζε ο αξιωµατικός, τό βλέµµα του επλανάτο, οτέ µεν επί τών κλιτύων επί τών οποίων είναι εκτισµένη η µεγάλη πόλις τού Λίβερπουλ, οτέ δε επί τού ήρεµα διερχοµένου προ αυτής πόταµου Μέρσεϋ, ως και επί τών δεξαµενών τού περιφήµου λιµένος, εντός τών οποίων ευρίσκοντο πολλά και ποικίλα πλοία, εκ τών οποίων και τά µεγαλύτερα ακόµη, ήσαν τουλάχιστον δέκα φοράς µικρότερα από τόν « Μέγαν Ανατολικόν », τόν σχεδόν απίστευτον αυτόν τιτάνα.





Ανδρέας Εμπειρίκος

«Ο Μέγας Ανατολικός»




Όλα τα αποσπάσματα από αυτό το βιβλίο, εδώ





Στέλιο, δεν ακούς;

       Πήγαμε στο κοιμητήριο που ήσαν οι δικοί μας νεκροί. Εκείνη την ώρα ψάχναν για άντρες κι ο κόσμος ήταν ανάστατος. Μέσα στα μνήματα, παλιά και καινούργια, είχαν κλειστεί παλικάρια και κορίτσια.
       Μια γειτόνισσά μας, οχτώ μηνών έγκυος, βρισκόταν ξαπλωμένη σε μια πλάκα. Και πέρασαν από πάνω της είκοσι Τούρκοι. Ο άντρας της ήταν χωμένος μέσα στο μνήμα. Κι αυτή του φώναζε: Στέλιο, δεν βγαίνεις να δεις τι γίνεται; Στέλιο, δεν ακούς;
       Ήταν η δυστυχισμένη πάρα πολύ όμορφη και το πλήρωσε ακριβά.



Ρε ρουφιάνοι

       Ξεχειμωνιάσαμε στο Εσκί Σεχίρ. Εκεί εγκαταστάθηκε η στρατιά. Εκεί δράσαμε μ’ αυτόν τον Δημητρέσα. Είχαν το μπαϊράμι τους μια φορά, όπως η δική μας Λαμπρή. Φύγαμε οι δυο μας από τον λόχο, μας πιάναν οι αξιωματικοί, τι είσαστε εσείς, τέτοια. Σηκωνόμαστε με τα ντουφέκια μας, πάμε σαν εδώ και τον Μαραθώνα. Ήταν ένας κάμπος από πίσω. Πάμε, δεν βρίσκαμε τίποτα, ήταν το μπαϊράμι. Καμιά φορά βλέπουμε δύο βόδια και μια γυναίκα. Ήταν και ένας Τούρκος. Πάμε με τα ντουφέκια εμείς εκεί κάτω. Μόλις πιάνουμε τη γυναίκα κάτι λέει ο άντρας. Τον βάζουμε σε μια βατιώνα μέσα. Όχι, όχι, κάνετε, κάνετε. Την τραβάμε, αυτός ο πούστης ο Δημητρέσας, δεν του καθότανε, της κοπανάει μια μπούφλα στη μύτη, την πήραν τα αίματα. Την πάει στο ποτάμι στην άκρη και πλενότανε. Πήγα εγώ κοντά της, δεν πρόλαβα να κάνω τίποτα, μου έπιασε έτσι φωτιά. Θέλεις από φόβο, θέλεις που έκλαιγε εκείνη.
       Έφυγε ο Τούρκος, πήγε στον αξιωματικό, μας κατάγγειλε. Δυο στρατιώτες αυτό κι αυτό. Εμείς τραβήξαμε για τον Κερκέζο. Ήταν ένα άλλο χωριό, Κερκέζοι, αντικεμαλικοί. Κάνω έτσι, βλέπω να έρχονται από μακριά Τουρκαλάδες. Τώρα, λέω του Δημητρέσα, βάλε κλισιοσκόπιο όσο θέλεις. Τετρακόσια μέτρα. Αρχίσαμε τις ντουφεκιές, τους σκορπίσαμε. Ερχόντουσαν για μας. Πάμε στον Κερκέζο. Τους κερατάδες, λέει, δεν περιμένατε να τους σκοτώστε όλους;
       Γυρίζουμε στο λόχο. Ήσαν εκεί πέρα παγαιμένοι αυτοί. Ότι γαμήσαμε την Τουρκάλα. Λέω εγώ, να αλλάξουμε ρούχα. Βαρεί προσκλητήριο δύο η ώρα. Τους είπα των αλλωνών: Προσέχτε καλά. Και κείνου του Τούρκου: Όπου να πας θα σε κάψουμε αν μας μαρτυρήσεις. Μας βάλανε στη σειρά.
       Μήπως είναι τούτος; Γιοκ, γιοκ, γιοκ. Γιοκ θα πει όχι.
       Φτάνουν σε μένα. Μην είναι αυτός; Δεν τσάκισε το μάτι μου. Γιοκ, τζάνε μ’, γιοκ.
       Πήγανε και στον Δημητρέσα, που ξέραν ότι ήμαστε κυνηγοί οι δυο μας. Γιοκ, γιοκ, γιοκ.
       Λοιπόν, τους καλεί ο λοχαγός στο γραφείο του. Ηπειρώτης ήτανε, είχε καεί από μας. Τον άντρα και την Τουρκάλα.
       Τους λέει, γνωρίσατε κανέναν; Όχι. Τους λέει, τα δικά μου παιδιά να κάνουν τέτοια πράγματα; Και τον αρχινάει στα σκαμπίλια. Εκείνον.
       Εφύγανε, μας καλεί εμάς.
       Ρε ρουφιάνοι, δεν σας είπα να προσέχετε, να μη σας βρίσκουν; Ποιος μας βρήκε, του λέω;
       Επέμεναν ο λοχίας ο τάδε, ο επιλοχίας, ότι ήμαστουν εμείς. Τέτοια.




Η διαγραφή του Χριστόφορου

       Tον διαγράψανε κατηγορώντας τον ότι είναι πράκτορας της Γκεσταπό και είπανε σε όλους να τον απομονώσουν. Υπάκουσα τότε στην κομματική εντολή, έπαψα να πηγαίνω σπίτι του (ευτυχώς, ούτε ο Χριστόφορος πάτησε στο δικό μου) μια φορά μάλιστα τον συνάντησα τυχαία στο δρόμο και προσπέρασα σαν να ήτανε ο οιοσδήποτε ξένος, παρόλο που τα βλέμματά μας διασταυρώθηκαν. Η διαγραφή του Χριστόφορου μας ανακοινώθηκε στις αρχές Αυγούστου 1942, κάπου ένα μήνα μετά την εκτέλεση του Χάρη. Ο Αλέκος παραιτήθηκε τότε απ’ την Οργάνωση, εξαιτίας ακριβώς αυτής της διαγραφής, γιατί δεν πίστευε, λέει, στην ενοχή του Χριστόφορου. Η κατηγορία ήτανε, λέει, παράλογη και ασύστατη, κατηγορία πολιτικής σκοπιμότητας, γιατί ήταν γεγονός ότι ο Χριστόφορος είχε προσωπικές αντιλήψεις για την εαμική τακτική μας, ήταν γεγονός ότι διαφωνούσε σε αρκετά σημεία με τη γραμμή του Κόμματος, γκεσταπίτης όμως δεν υπήρξε ποτέ του και συνεπώς (κατά την άποψη πάντα του Αλέκου) η Οργάνωση κατέφυγε σε ένα χοντροειδέστατο ψέμα, για να απομονώσει τον Χριστόφορο μια και καλή, ή μάλλον να τον σβήσει από προσώπου γης, να τον εκτελέσει ηθικώς, ούτως ειπείν. Αν η Οργάνωση είχε αρκεστεί σε μια προφορική καταγγελία, μπορεί και να υπάκουε ο Αλέκος στην κομματική απόφαση, ελπίζοντας ότι τα πράγματα θα διευθετηθούν, μα από τη στιγμή που κυκλοφόρησε πολυγραφημένη η απόφαση της διαγραφής, όπου αναφερότανε όχι μόνο το επαναστατικό του ψευδώνυμο (Χριστόφορος) μα και το πραγματικό του όνομα (Νίκος Ζακυνθινός) ακόμα και η πραγματική του διεύθυνση (Διδότου 343), απ’ τη στιγμή εκείνη ο Αλέκος πείστηκε απόλυτα πως η ηθική εκτέλεση του Χριστόφορου ήτανε οριστική και αμετάκλητη, έφτασε μάλιστα να μου πει ότι η δημοσίευσή της ισοδυναμούσε με κατάδοση του Χριστόφορου στις Αρχές Κατοχής, γιατί αν η Οργάνωση ήθελε να τον απομονώσει έφτανε και παράφτανε το επαναστατικό του ψευδώνυμο, μια και όλοι οι οργανωμένοι τον ξέρανε σαν Χριστόφορο. Ο Αλέκος μου εξήγησε ότι βρέθηκε σε «φοβερό δίλημμα», όχι τόσο επειδή είχε να διαλέξει ανάμεσα στο κομματικό καθήκον και στη φιλία του με τον Χριστόφορο, όσο γιατί έπρεπε να πάρει μια για πάντα μια απόφαση, αν θα υπάκουε δηλαδή στις κομματικές αποφάσεις, όποιες κι αν ήταν αυτές. Ελέγχοντας, λέει, τον εαυτό του, διεπίστωσε ότι δεν μπορεί να υπακούει σε διαταγές που δεν πιστεύει, υπέβαλε λοιπόν την παραίτηση του στον Φαντάρο, πράγμα που προκάλεσε μεγάλη εντύπωση, γιατί όπως πολύ σωστά του παρατήρησε ο Φαντάρος, «Το Κόμμα δεν είναι ούτε ιδιωτική επιχείρηση, ούτε δημόσια υπηρεσία απ’ την οποία παραιτείσαι όποτε θέλεις» και να το σκεφτεί καλά, γιατί τέτοιο πράγμα δεν ξανάγινε κι αν επιμένει, θα τον διαγράψουμε. Ο Φαντάρος με έστειλε τότε να μεταπείσω τον Αλέκο κι εγώ υπάκουσα βεβαίως, γιατί ήδη ο Αλέκος μου είχε πει πώς αισθανότανε και πρόσθεσε μάλιστα ότι το σκέφτεται σοβαρά να παραιτηθεί κι εγώ του είχα φέρει ήδη ένα σωρό επιχειρήματα για να τον μεταπείσω, χωρίς να πιστεύω είναι αλήθεια πως θα έφτανε ως την παραίτηση κι έτσι το βρήκα πολύ φυσικό να πάω και να του ξαναμιλήσω, γιατί αυτό βεβαίως ήταν το καθήκον μου, όπως ήτανε καθήκον μου να απομονώσω τον Χριστόφορο (τι σημασία είχε που τον ήξερα από παιδί, τι σημασία είχε που βγάλαμε μαζί το Γυμνάσιο, έξι χρόνια μαζί στο ίδιο θρανίο, τι σημασία είχε που παίξαμε βόλους στο προαύλιο και ο Χριστόφορος, κάθε φορά που σήκωνε τη μπίλια του, για να καθαρίσει τα χώματα με το χέρι, ξανάβαζε τη μπίλια, επιδεικτικά μπορώ να πω, μια σπιθαμή πιο πίσω, για να μη μου περάσει καν η ιδέα πως κάνει ζαβολιές, τι σημασία είχε που κι εγώ, μη θέλοντας να υστερήσω, το ‘χα πάρει τότε συνήθειο να βάζω τη δική μου μπίλια μισή σπιθαμή πιο πίσω, τι αποδείχνει αυτό αν όχι ότι ο Χριστόφορος ήτανε φοβερά εγωιστής κατά βάθος κι έκρυβε τον εγωισμό του κάτω από μια επίφαση ντομπροσύνης και υπέρτατης τιμιότητας, κρύβοντας την αχαλίνωτη φιλοδοξία του, τον αριβισμό του, που δεν αποκλείεται καθόλου να τον έσπρωξε ως την προδοσία και λοιπόν, πολύ σωστά ενεργούσε η Οργάνωση καταγγέλλοντάς τον, έστω κι αν δεν έφτασε να γίνει πράγματι γκεσταπίτης, δεδομένου ότι η συμπεριφορά του, όντας διασπαστική, ήτανε σε τελευταία ανάλυση γκεσταπίτικη και ποιος ήμουνα εγώ στο τέλος τέλος, από πού κι ως πού δηλαδή θα μπορούσα να ξέρω τον Χριστόφορο καλύτερα απ’ ό,τι τον ήξερε η Οργάνωση;)….


Ε ΜΟΡΤΟ ΤΖΙΟΥΖΕΠΕ ΣΤΑΛΙΝ

      Μάρτης μήνας. Όλη η Ρώμη έχει μπουμπουκιάσει. Η άνοιξη έφτασε νωρίς κι εγώ, όπως λέει ο Φράνκο, μοιάζω σαν ανοιξιάτικο κλαρί έτσι όπως είμαι ντυμένη. Η Λίζα μου έστειλε μία καταπράσινη μπλούζα και μία κλος φούστα με ψιλό καρουδάκι σε τόνους πράσινου που φτάνει ως τον αστράγαλο. 0 Ζαν-Πωλ ήθελε να πάω πρωί πρωί να τον βρω στο δωμάτιό του. Δεν είχε μάθημα όλη μέρα. «Θα 'ναι σαν να 'χουμε περάσει τη νύχτα μαζί, άμα σε δω τόσο νωρίς στο κρεβάτι μου.»

     Φοράω τα πράσινά μου ρούχα και τα πορτοκαλιά παπούτσια και βγαίνω στον δρόμο. Συλλογιέμαι τι όμορφα έτσι δροσερή να χωθώ στα ζεστά σκεπάσματα του Ζαν-Πωλ. Περιμένω στη στάση το τραμ. Απέναντι κάτι γράφουν σ' έναν τοίχο. Είναι μακριά και δεν μπορώ να διαβάσω. Θα ’ναι κανένα σύνθημα για απεργία. Γράφουν ήρεμα ήρεμα σαν να ζωγραφίζουν χωρίς φόβο να τους κυνηγήσουν, να τους πυροβολήσουν. Θυμάμαι τον Γρηγόρη, που τον σκότωσαν με το πινέλο στο χέρι. Έρχεται το τραμ και σβήνω τις θύμησες από το μυαλό μου. Ανεβαίνω στο βαγόνι και κοιτάζω από τα κατεβασμένα τζάμια τα ανθισμένα δέντρα.

     Ο Ζαν-Πωλ έχει αφήσει μισόγερτη την πόρτα του δωματίου του. Είναι στο κρεβάτι και κάνει τον κοιμισμένο. Γδύνομαι και τρυπώνω δίπλα του. Είχε δίκιο, ήτανε σαν να είχαμε περάσει τη νύχτα μαζί και ξεκούραστοι ξανασμίγαμε το πρωί. Δεν θέλω ν' ανοίξω τα μάτια. Νιώθω τόσο καλά! Εκείνος κάνει να σηκωθεί, τον κρατάω να μην κουνήσει.

     — Πάω να φτιάξω καφέ, ψιθυρίζει, και χαλαρώνω το σφίξιμο.

     Ανοίγω τα μάτια. Παίρνει τώρα τη διπλή καφετιέρα, την ακουμπάει στο ηλεκτρικό καμινέτο. Σε λίγο ακούω το γουργουρητό του καφέ που βράζει.

     — Θα σου φέρω τον καφέ στο κρεβάτι.

     Πετάω μεμιάς τα σκεπάσματα. Ποτέ δεν μ' άρεσε να παίρνω πρωινό στο κρεβάτι, νομίζω πως είμαι άρρωστη. Βρίσκω το μπουρνούζι του Ζαν-Πωλ και τυλίγομαι.

     — Σου πάει, λέει εκείνος και ετοιμάζει το δίσκο.

Σκαρφαλώνω στο παράθυρο να βγω στο ταρατσάκι, ν' ανασάνω ξανά την πρωινή ανοιξιάτικη δροσιά. Τεντώνομαι στον ήλιο. Απέναντι ακριβώς είναι ένας μακρόστενος τοίχος. Tι τους έπιασε σήμερα και γράφουν στους τοίχους. Κάτι τεράστια κόκκινα γράμματα. Ε ΜΟΡΤΟ... Ένα μικρό καμιόνι, σταματημένο μπροστά, μ' εμποδίζει να διαβάσω τη συνέχεια. Ποιος να πέθανε; Σίγουρα κανένα στέλεχος του ιταλικού κομμουνιστικού κόμματος. To καμιονάκι ξεκινάει, φεύγει. Ε ΜΟΡΤΟ ΤΖΙΟΥΖΕΠΕ ΣΤΑΛΙΝ.

     — Ζαν-Πωλ...

     Ο Ζαν-Πωλ τρομάζει με την κραυγή μου κι έρχεται προς το παράθυρο με την καφετιέρα στο χέρι.

     — Tι έπαθες;

     — Πέθανε ο Στάλιν, λέω ξέπνοα και του δείχνω τον απέναντι τοίχο.

     — Δεν ήτανε και τόσο γέρος. Έλα μέσα, θα κρυώσει ο καφές.

     Τον κοιτάζω σαν τρελή. Tι μου λέει; Δεν ήτανε τόσο γέρος! Δρασκελίζω το παράθυρο και μπαίνω στο δωμάτιο. Τρέμω ολόκληρη.

     — Πέθανε. ΠΕΘΑΝΕ 0 ΣΤΑΛΙΝ. To καταλαβαίνεις;

     To λέω με λυγμούς αυτή τη φορά. 0 Ζαν-Πωλ με κοιτάζει όλο απορία.











     Τώρα φωνάζω υστερικά: Πέθανε ο Στάλιν! Πέθανε ο Στάλιν! Ο Ζαν-Πωλ μου σφίγγει τους καρπούς των χεριών να ηρεμήσω. Πέφτω στο κρεβάτι και δαγκώνω το μαξιλάρι να μην ξεφωνίζω άλλο.

     — Δάφνη, ηρέμησε.

     To είπε επιτιμητικά. Γυρίζω και τον κοιτάζω. Πίνει τον καφέ του. Πίνει καφέ! Μπορεί και καταπίνει! Σε λίγο μπορεί να θελήσει να ζωγραφίσει ή να ξαναπλαγιάσει μαζί μου! Κρατάει το φλιτζάνι και το χέρι του δεν τρέμει. Τα δάχτυλά του είναι μακριά και λεπτά με ροζ παιδιάστικα νύχια. Πιάνουν το πινέλο και ζωγραφίζουν. Δεν το 'πιασαν όμως ποτέ ξυλιασμένα και πρησμένα από τις χιονίστρες να γράψουν στον τοίχο. Να γράψουν: ΣΤΑΛΙΝΓΚΡΑΝΤ. «Αν ήξερε ο Μουστάκιας τι τραβάμε», έλεγε το Κατινάκι πριν το εκτελέσουν. «Ξέρει ο Μουστάκιας τι κάνει» λέγαμε στην αρχή του πολέμου, όταν η Σοβιετική Ένωση υπέγραψε τη συνθήκη με τη Γερμανία του Χίτλερ. «Να δείτε που θα τους τη σκάσει, ο Μουστάκιας!». Κι εγώ που ονειρευόμουνα να τον δω με τα μάτια μου! «Ελπίζω να κάνεις Πρωτομαγιά στην Κόκκινη Πλατεία και να TON δεις», μου έγραφε η Μαρί-Τερέζ από το Παρίσι. Τώρα, τι θα γίνουμε χωρίς ΑΥΤΟΝ; Tι θα γίνει ο τόπος του; Tι θα γίνει ο κόσμος όλος;