Αμ έπρεπε να του πεις, πως του λείπει το ωφ!...





 

      Η απολογία του Δημήτρη κράτησε μια ολόκληρη ώρα. Δυστυχώς, δεν άκουσε το παλιόπαιδο, τον Κασσιανόπουλο. Αντί να παραστήσει την οσία Μαρία, όπως έκανε ο Γκάτσος, και να πει: έκανα μια επιπολαιότητα, το αναγνωρίζω, δεν έπρεπε να δεχτώ να πάω μαζί του, μα είχα ανάγκη από λεφτά, να πει, και να τους παρακαλέσει να παραβλέψουν το παρελθόν του και να τον κρίνουν επιεικώς, άρχισε να αγορεύει σα δικηγόρος. Κι επειδή δεν ήταν δικηγόρος, γινόταν φυσικά γελοίος. Ο πρόεδρος τον κοιτούσε χωρίς να ξέρει αν έπρεπε να θυμώσει ή να τον λυπηθεί. Κάθε φορά που τον άκουγε να μεταχειρίζεται ελληνικούρες, μειδιούσε κάτω απ’ το μουστάκι του. Κι όχι μόνο αγόρευε, αλλά συνόδευε τα λόγια του και με τις ανάλογες χειρονομίες: άνοιγε τα χέρια του διάπλατα, ύψωνε το δάχτυλό του απειλητικά σα να ήταν, όχι αυτός, αλλ’ εκείνοι οι κατηγορούμενοι, περπατούσε απάνω-κάτω, απ’ τον πρόεδρο στους ενόρκους, απ’ τους ενόρκους στον πρόεδρο, και κάνα-δυο φορές γύρισε και προς το ακροατήριο, όπως κάνουν και οι ηθοποιοί στο θέατρο, άρχισε να διηγείται τη ζωή του απ’ την εποχή που ήταν παιδί, όπως ακριβώς έκανε η κυρα-Εκάβη. Μωρέ ίδιος η μάνα του είναι, έλεγα με το νου μου. Αλλ’ η κυρα-Εκάβη είναι τουλάχιστον γυναίκα. Αυτός που είναι άντρας θα ’πρεπε να ’ναι πιο λιγόλογος. Φαντάζεται ο ανόητος, ότι, διηγούμενος τη ζωή του, θα συγκινήσει τους ενόρκους – τον Μπούχλο! Ο καημένος ο Κασσιανόπουλος έσφιγγε τις γροθιές του νευρικά. Να του πει μπροστά σ’ όλο το δικαστήριο να κάτσει κάτω ήταν φυσικά αδύνατο. Με διάφορες λοιπόν προφάσεις, περνούσε πλάι του ξυστά, τον σκουντούσε με τρόπο, του ψιθύριζε μεσ’ απ’ τα δόντια του να σκάσει. Μα ο Δημήτρης τον αγνόησε. Ώσπου κι εμείς ακόμα που ήμασταν με το μέρος του και είχαμε πεισθεί πως ήταν πράγματι αθώος, αρχίσαμε ν’ αγανακτούμε. Το παλιόπαιδο, λέγαμε, έχει το θράσος ν’ αγορεύει! Αντί να βάλει την ουρά κάτω απ’ τα σκέλια, ζητάει από πάνω και τα ρέστα! Περνούσε και ξαναπερνούσε ο Κασσιανόπουλος πλάι του και τον σκουντούσε, μα ο Δημήτρης αγρόν ηγόραζε. Όπως είπε αργότερα στη μάνα του, θέλησε να υπερασπιστεί τον εαυτό του χωρίς τη βοήθεια δικηγόρων, όπως είχε κάνει ο Δημητρώφ. «Αμ έπρεπε να του πεις», της λέω, όταν ήρθε και μου το ’πε, «πως του λείπει το ωφ!...» Βλέποντας τους ενόρκους να τον κοιτάζουν, πρώτα μ’ έκπληξη και δυσπιστία, ύστερα μ’ εχθρότητα, τα ’βαλε και μαζί τους. Τους είπε πως ήξερε εκ των προτέρων ότι θα τον κήρυσσαν ένοχο, και θεωρούσε άσκοπο να τους εκλιπαρήσει, τους είπε ότι οι άνθρωποι που είχαν τηλωμένες κοιλιές και φορούσαν καθαρά πουκάμισα, δεν ήταν δυνατόν να δείξουν οίκτο για έναν απόκληρο της ζωής σαν κι αυτόν, μα δεν τον ένοιαζε! Μια μέρα θ’ άλλαζαν τα πράματα! Μια μέρα θα βασίλευε δικαιοσύνη στον κόσμο! Τότε, έστω και μετά θάνατον, θ’ αθωωνόταν!... Ο πρόεδρος ή είχε αντιληφθεί τις απεγνωσμένες κινήσεις του Κασσιανόπουλου, ή κινούμενος από αισθήματα φιλανθρωπίας στο θέαμα του πρωτάκουστου αυτού τρόπου αυτοκτονίας, τον διέκοψε σε μια στιγμή και του είπε με το ηπιότερο ύφος του κόσμου ότι η ώρα ήταν περασμένη, οι σύνεδροι κι οι ένορκοι κουρασμένοι, ότι όσο γρηγορότερα τελείωνε, τόσο το καλύτερο και για κείνους και γι’ αυτόν. Μα τι νομίζετε πως απάντησε; Ότι ο Νόμος του ’δινε το δικαίωμα ν’ απολογηθεί όπως εκείνος έκρινε συμφερότερο, κι ότι φώναζε επειδή τον έπνιγε το δίκιο. «Με πνίγει το δίκιο, κύριοι ένορκοι! Με πνίγει το δίκιο!...» «Είναι για τα σίδερα», μας είπε ο Κασσιανόπουλος όταν έγινε πάλι διακοπή και βγήκαμ’ έξω, «αλλ’ όχι της φυλακής. Κυρία Λόγγου», λέει στην κυρα-Εκάβη, «έχω δει πολλούς τρελούς στη ζωή μου, αλλά κανέναν με τέτοιο είδος σχιζοφρένειας. Σας συμβουλεύω να τον πάτε να τον κοιτάξει ένας ψυχίατρος…»

σελ. 169-170


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου