Τοπίο

Η κοιλάδα περίμενε το φεγγάρι. Μια κοιλάδα κατοικημένη από ίσκιους, στενόμακρη και σπανή. Απ’ τη μια κι απ’ την άλλη της παράστεκαν αράδα τα σκυφτά χαμοβούνια. Σα γονατισμένοι χοτζάδες, που πέτρωσαν πα στο ναμάζι τους με το κούτελο στη γης, έτσι χαμόγερναν. Το φεγγάρι στην αρχή έβγαλε το χρυσό φρύδι του ναγναντέψει, κατόπι σύρθηκε κι ανέβηκε. Στάθηκε πάνω στη ράχη τους, ύστερα αψήλωσε πιο πολύ.
Όσο αψήλωνε, τόσο η κοιλάδα άδειαζε απ’ τους ίσκιους. Έτσι, στο τέλος η κοιλάδα γιόμισε από φεγγάρι. Το κρύο φως του έτρεξε σαν καταρράχτης σιωπηλός, σαν ένας καταρράχτης από σιωπή. Χύθηκε απ’ τις έρημες πλαγιές χωρίς αφρούς και παφλασμούς. Χύθηκε βαρύ σαν λάδι, και σκέπασε κάτω απ’ το χρυσό τέλμα του το μικρό κάμπο, τ’ αδειανά φαράγγια, τις οξειές και τις λίγες πιπεριές, που είχανε κρεμασμένα τα μαλλιά τους στο μάκρος της σιδεροδρομικής γραμμής.
Αυτές οι ράγες βγαίνανε, δίδυμη λυγερή καμπύλη, πίσω από ένα μαύρο χαμοβούνι. Σερνότανε σ’ όλο το μάκρος μέσα στην κοιλάδα, κατόπι πηγαίνανε και χανόντανε μέσα στο μαύρο στόμα του τούνελ. Το φεγγάρι κάπου-κάπου τις υπογράμμιζε, ή τις επαργύρωνε μ’ έναν ψεύτικο καπλαμά. Πηγαίνανε πάντα μαζί, ζευγαρωτές, στην ίδια αυστηρή απόσταση. Αποφασισμένες να παρασταίνουν αιώνια το αξίωμα των «παραλλήλων», με τις ασημένιες τεμπεσιριές τους, που δε σμίγουνε παρά σα θα γίνει σιδεροδρομικό δυστύχημα.
Τώρα όλα αυτά είτανε στο βυθό της βαρειάς φεγγαρολίμνης, σαν ένας κόσμος βυθισμένος. Ένα μικρό έντομο άρχισε να τρίζει τα έλιτρά του κάτω από μια πέτρα. Μια μικρή πέτρα ίσαμε μια γροθιά. που μέσα στο φως της μέρας θα είτανε γαλάζια, λουλακιά γαλάζια, με μια κόκκινη φλέβα στην καρδιά. Κανένα τριζόνι θα είτανε, που το ζούληξε θανάσιμα το βάρος της φεγγαρίσιας σιωπής, και πήγε να την πριονίσει με το μικρούτσικο δοξάρι του βιολιού του. Δοκίμασε ένα μοτίβο παλιό όσο και η πλάση του Θεού. Μια φωνούλα ψιλή-ψιλή και σουβλερή. Όμως η σιωπή πύκνωσε το φωτερό ωκεανό της γύρω του ακόμα περισσότερο. Τότες το τριζόνι σταμάτησε το τρέμολό του ένα δυο φορές τρομαγμένο, κατόπι ξανάρχισε δειλά, χωρίς κέφι, έκανε ακόμα δυο τρίλλιες και σώπασε απελπισμένο. Τελεία. Έτσι η σιωπή ακούστηκε ολομόναχη, κυριαρχικά να βγαίνει απ’ όλα τα πράματα.
Άξαφνα μια ταραχή έσεισε τον ακίνητο αέρα και το τελματωμένο φεγγαρόφωτο. Ένα κύμα ήχου, που ερχότανε από μακρυά, βούηζε κ’ ερχότανε, κυλώντας φουσκωμένο κατά δω, πίσ’ απ’ τα γονατισμένα βουνά. Όλα τα πάντα κρατήσανε την αναπνοή τους με μιαν έντρομη ελπίδα. Τι θα γίνει τώρα; Τι θα τολμήσει να γίνει; Τότες ώρμηξε ξαφνικά πίσ’ απ’ το σκοτεινό χαμοβούνι το τραίνο. Χύμηξε, ασυγκράτητο τέρας, ωργισμένο απ’ τη φοβερή δύναμη, που πύρωνε τ’ ατσαλένια στέρνα του και τώκανε να τρέμει σύγκορμο. Πηλάληξε αγκομαχώντας ρυθμικά πάνω στο σιδερένιο δρόμο του, και με τα κυρτά μάτια του κοίταζε με λύσσα, όλο μπροστά του. Είταν ένας δράκοντας, που έφτυνε βραστό φτύμα. Βρυχιότανε, φυσούσε σπίθες και φλόγες απ’ τα ρουθούνια του και το σώμα του είτανε μακρύ, χωρισμένο σε χοντρούς σπόνδυλους, σαν πελώριο προκατακλυσμιαίο έντομο.
Μονομιάς η κοιλάδα γιόμισε αχό κι αντίλαλο. Πίσω του οι φυλλωσιές των παραταγμένων δέντρων σαλέψανε βίαια. Πήγανε κ’ ήρθανε με τη λικνιστική κίνηση που κάνουνε τα ενάλυα φυτά, όταν ένα τέρας του βυθού περάσει σύρριζα, σπαθίζοντας με τη λεπιδωτήν ουρά το βαρύ νερό τους. Οι αδειανές λαγκαδιές αλαλάζανε δοξαστικά πίσω απ’ το τραίνο, που διάβηκε. Όμως το μαύρο στόμα του τούνελ είτανε διάπλατα ανοιχτό, καρτερώντας αυτό και τίποτ’ άλλο. Το ρούφηξε, το κατάπιε και πάει!
Την ώρα που χανότανε μέσα στον σκοτεινόν καταπιώνα του, το τραίνο πάτησε μια σφυριξιά τραγική, έναν μακρήν ολολυγμό, που σπάραξε όλη την πλάση μέσα στην κοιλάδα. Τούτη τη φωνή τη φοβερή, την έσυρε κατόπι όλη η κοιλάδα. Ύστερα την πήρανε και την ξανάπανε φοβισμένες όλες οι λαγκαδιές της, η μια στην άλλη, ως που ξεψύχησε πολύ μακρυά το μοιρολόι τους. Κλάψανε όλα το κλάμα τους με τούτο τον ξένο θρήνο.
Έπειτα όλα τα πάντα ξαναγύρισαν στη σιωπή και στην ακινησία τους. Όλοι οι αχοί κατάκατσαν κι όλες οι ελπίδες έσβυσαν πριν ανάψουνε. Και το φεγγάρι άπλωσε πάλι από πάνω τους την ακύμαντη λίμνη της φωτερής του λάσπης. Μέσα στον αέρα πλανήθηκε θλιβερή η μυρουδιά της στάχτης. Ο ύπνος κάθησε πάνω σε όλα. Βαρής, ακίνητος, σαν αρρώστεια που μαραζώνει. Οι πιπεριές, οι οξειές αποκοιμήθηκαν όρθιες, ριζωμένες ισόβια μέσα στη γη, πιασμένες με τα παλαμάρια τα καταχθόνια της ρίζας τους.
Σαν αποκοιμήθηκαν, η ταραχή που άφησε μέσα στην πυκνή κόμη τους το βίαιο πέρασμα του τραίνου, σάλεψε κ’ έγινε όνειρο. Ένα όνειρο, που κινήθηκε πάνω από τη νάρκη τους σαν πελώρια κίτρινη πεταλούδα. Τα δέντρα ονειρευτήκανε πως η γη ξαμόλυσε τα δεσμά τους. Ανασαλέψανε, λέει, οι φυλλωσιές τους σαν πλατειές φτερούγες πράσινες. Σηκώθηκαν, τάχα, αλαφρές και λέφτερες μέσα στο γαλάζιο διάστημα, σηκώθηκαν και φύγανε μέσ’ απ’ την κοιλάδα του φεγγαριού. Ανεβήκανε ψηλά, ψηλά, πάνου απ’ τα ψηλά βουνά. Και τα σύννεφα κουρνιάσανε πάνω στα κλαδιά τους, ξωτικά πουλιά με χρυσές και πορτοκαλιές φτερούγες.
Είτανε τ’ όνειρο απ’ την αλλοτινή θύμιση, που απόμεινε μισόσβυστη μέσα στα χοντρά, τα ριζωμένα βαρειά κορμιά τους. Η θύμιση απ’ την εποχή που είτανε ακόμα σπέρματα, μικρά, χνουδάτα σπέρματα, που ξεκίνησαν κάποιο φθινόπωρο απ’ τα ψηλά κλωνιά, και ταξίδεψαν επί πτερύγων ανέμων. Πετούσαν από δω κι από κει. Ορμητικά, ερωτικά κι ανήσυχα. Πετούσαν από δω κι από κει, και είτανε μόνο το θειϊκό φύσημα της λευτεριάς που τα κυβερνούσε.
Ποιος δεν έχει να ονειρευτεί ένα ζευγάρι αλλοτινές φτερούγες, που έγιναν ρίζες και σκοινιά… Ρίζες και σκοινιά…
Στρατής Μυριβήλης
«Το γαλάζιο βιβλίο»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου