Στο «Καφέ Σπορ»


Δυο μικροί κύκλοι. Ο ένας πλάι στον άλλον. Ο ένας, ο δεξιά, κάπως μεγαλύτερος. Όχι και τέλειοι κύκλοι. Με κάτι το ακανόνιστο, έτσι που νάρχονται προς την έλλειψη.
Χαλάρωσε τη γραβάτα του που από ώρα τον στενοχωρούσε. Πολύ σφιχτός ο κόμπος. Είπε ύστερα να σκύψει να δέσει το δεξί κορδόνι, που τώρα μόλις το πήρε είδηση πως είχε λυθεί και σερνότανε σα νεροσκούληκο. Τελικά δεν έσκυψε. Έκανε κάτι άλλο: πήρε το σκίτσο, που ό,τι τόχε φτιάξει, το κράτησε μακριά, κοντά, το περιεργάστηκε με πολλή προσοχή. Εντάξει! Με δυο νευρικές μολυβιές, είχε δώσει αυτό ακριβώς που ήθελε να δώσει. Δυο μικρούς κύκλους. Τον έναν πλάι στον άλλον. Τον έναν, δεξιά στο σκίτσο, κάπως μεγαλύτερο. Όχι και τέλειους κύκλους. Με κάτι ακανόνιστο, έτσι που νάρχονται προς την έλλειψη.
Άφησε το χαρτί – δεν είχε άλλο πρόχειρο κι έβγαλε το χαρτί από τα τσιγάρα του – πλάι στο σταχτοδοχείο. Ένα φτηνό από αλουμίνιο, ζουληγμένο. Διαφημιστικό μιας εταιρείας, αεροπορικής μάλλον. Δεν πρόσεξε.
Μπαίνοντας στο «Καφέ Σπορ» προ δέκα λεπτών, δεν πήγε να καθίσει σ’ ένα από τα πολλά τραπεζάκια αμέσως μετά την είσοδο. Τράβηξε κατευθείαν στο βάθος της μεγάλης αίθουσας.
Εδώ, εκτός από δύο ή τρία, τ’ άλλα τραπεζάκια ελεύθερα. Διάλεξε ένα προς τον τοίχο, κολλητά στο μεγάλο ορθογώνιο καθρέφτη με τη χρυσή – χρυσή και μαυρισμένη και τσαλακωμένη – κορνίζα. Τα δυο αγγελάκια στην κορυφή της κορνίζας, αντιπαθέστατα. Βιζαβί το ένα με τ’ άλλο. κακόγουστα. Και παχουλά, σα να κάνανε συστηματικά υπερσιτισμό εν συνδυασμῴ και με Β12. Είχε κι από μια τρουμπέτα το καθένα και σαλπίζανε. Κάτι μεταφυσικό βέβαια. Γύρισε την καρέκλα του τα νώτα στον καθρέφτη. Όχι και να τάχει συνέχεια μπρος στα μάτια του κι ανακατώνεται.
Είχε κι άλλο ένα μειονέκτημα η θέση που διάλεξε: γειτόνευε με την τουαλέτα. Και παρά την ειδοποίηση, καλλιγραφημένη σε ροζ χαρτόνι και πιασμένη με πινέζες στο ξύλο της πόρτας
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΧΡΗΣΙΝ
ΜΗ ΛΗΣΜΟΝΗΤΕ ΝΑ ΚΛΕΙΕΤΕ
Εκ της Διευθύνσεως
αυτή η πόρτα αιωνίως ανοιχτή έμενε ή μισάνοιχτη. Και μύριζε. Όχι και πολύ. Πάντως μύριζε.
Είπε μια στιγμή να σηκωθεί ν’ αλλάξει θέση. Βαρέθηκε τη μετακίνηση. Άλλωστε, δεν ήταν να μείνει στο «Καφέ Σπορ» και με τις ώρες. 6.11 έλεγε το ρολόι του καταστήματος, εκείνο το εκκρεμές αντίκα, η πλάκα όλο σκόνη και με ίχνη πολύ περίεργα, ίσως από μύγες. Και 13 έλεγε το δικό του. 7 η ώρα είχανε κανονίσει να συναντηθούνε στο ταχυδρομείο, στο χολ, μπροστά στα «Συστημένα Εξωτερικού»
Ήθελε δεν ήθελε πέντε λεπτά από το «Καφέ Σπορ» στο ταχυδρομείο. Θα πήγαινε όμως νωρίτερα, να φτάσει πρώτος στο ραντεβού τους. Όχι να πάει καθυστερημένος, και στο ενδιάμεσο να τον περιμένει όλο ανησυχία και χτυπώντας στις πλάκες του χολ το τακουνάκι της ή δαγκώνοντας τα νυχάκια της. Ολομόναχη μες στο πλήθος, κάθε καρυδιάς καρύδι, που το βράδυ τέτοια ώρα έρχεται και πήζει. Και στο ταχυδρομείο εντός και στην πλατεία και στις παρόδους. Είναι κάτι τύποι, έτσι και κόψουνε γυναίκα που δε συνοδεύεται, της κολλάνε.
      Αντώνης Σαμαράκης
«Το λάθος»

Όλα τα αποσπάσματα από το ίδιο βιβλίο, εδώ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου