Η τύχη απ’ την Αμέρικα (Μέρος 4ο)


.
Ο ασθενής Θανάσης, τον οποίον είχον φέρει οπίσω εις την πόλιν, δεν κατώκησε πλέον εις την πατρώαν οικίαν, την οποίαν είχον γράψει ως προίκα εις το συμβόλαιον, κι’ εν αυτή θα εγένοντο αι εορταί και τα δείπνα του γάμου. Προς ανατολάς ταύτης ήτο μικρά πλατεία, και πέραν της πλατείας ήσαν άλλαι οικίαι. Μεταξύ τούτων, ενοικίασαν τον οικίσκον πτωχής γυναικός, δια να κατοικήση ο άρρωστος, είτα και οι γονείς του.
Ο φθισικός, και αν δεν ηδύνατο να σηκωθή δια να παρευρεθή εις τον γάμον, θα έβλεπε δια του παραθύρου τον μέγαν χορόν, όστις θα εχορεύετο επί της πλατείας, εις το ύπαιθρον, μετά το γαμήλιον γεύμα. Ήτον ήδη περί τας αρχάς του θέρους. Ο νεαρός γαμβρός ηγάπα, φαίνεται, την επίδειξιν, και ήθελε να καλέση πλείστους, και δικούς και ξένους, εις τους γάμους του.
Εν τοσούτω η απαίτησις των χιλίων δραχμών δεν είχε διευθετηθή ακόμη. Ο Θανάσης είπε να δώση ο Στάθης τας χιλίας δραχμάς εκ των χρημάτων όσα είχεν εις τας χείρας του, ως έχων την διαχείρησιν των εξόδων. Ο Στάθης εμόρφασεν, έγρυξε, και είπε: «Καλά!». Αλλά δεν έδωκε τα χρήματα.
Την άλλην ημέραν, ήτις ήτο η παραμονή του γάμου, ο γαμβρός υπέμνησε και πάλιν την απαίτησιν. Τότε ο Στάθης είπεν ότι δεν έχει πλέον χρήματα, επειδή όσα είχεν εις χείρας του επήγαν όλα στα έξοδα, και ας δώση τα χρήματα ο Θανάσης, αν θέλη.
Αυτά είπεν εις τον γαμβρόν. Εις δε τον Θανάσην είπεν.
― Αυτά να του τα δώσουμε για πανωπροίκι, να στεφανωθή, κι’ ύστερα, τι λες και συ;
― Ναι, είπεν ο Θανάσης, όστις επείθετο ευκόλως εις ό,τι του έλεγον όλοι, και μάλιστα ο Στάθης.
― Βέβαια, επέφερεν ο Στάθης, με αυτόν τον τρόπο θα αποδείξη κι’ αυτός πως μας εμπιστεύεται, όπως τον εμπιστευτήκαμε κι’ ημείς…
Άμα εξήλθεν ο πρωτότοκος αδελφός, εισήλθεν η Αφέντρα. Αύτη επλησίασεν εις την κλίνην του Θανάση, και ήρχισε να τον θωπεύη και να του γλυκομιλή.
― Να, τώρα, που λες, Θανασάκη μου, επειδή πάτησε ποδάρι αυτή η γριά, η πεθερά μου, που φοβάται μην πεθάνη, κι’ ήθελε να γένη ο γάμος τώρα… Εγώ είπα, να γένης πρώτα καλά εσύ, κι’ ύστερα να μας βάλουν στέφανα… Μόλις σηκώθηκε στα πόδια της, και βιάζεται να δώση την ευκή της, φοβάται μην ξανακυλήση… ως τόσο είσαι, και συ, καλλίτερα, Θανάση, δεν είσαι;
― Σαν καλλίτερα είμαι, είπεν ο Θανάσης, όστις ευκόλως επείθετο, ότι είναι καλλίτερα, άμα του το έλεγε τις· ησθάνετο δ’ ενίοτε και ψευδοβελτιώσεις της νόσου.
― Μακάρι ο Θεός να δώση να είσαι καλά! Θα σηκωθής Θανασάκη μου; Θα κάμης κουράγιο να ’ρθης στο γάμο, να με καμαρώσης, που θα φορώ το στεφάνι;
― Να ιδώ… σαν μπορέσω… Όπως πη ο γιατρός.
― Αν δεν έλθης, δεν βάζουν στέφανα, είπεν η Αφέντρα. Εσύ είσαι δεύτερος  πατέρας για μας, θα σου φιλήσουμε το χέρι κι’ εγώ κι’ ο Γρηγόρης… ως τόσο, δε δίνεις μόνος σου κειναδά τα λεπτά;… Χίλιες δραχμές του έχουνε τάξει ακόμα… Δεν τα δίνεις με το χεράκι σου; Αποκάτ’ από το προσκέφαλό σου τα ’χεις;
Και λέγουσα έρριπτεν βλέματα πλήρη απληστίας υπό το προσκέφαλον, ως να ήθελε να ίδη μέσω του λινομετάξου περιβλήματος, και κάτωθεν του πατημένου μαλλίνου όγκου, τι εκρύπτετο υποκάτω. Έκαμε δε κίνημα, ως δια να χώση την χείραν της κάτωθεν του προσκεφαλαίου.
Ο Θανάσης είχε τω όντι υπό το προσκέφαλόν του, εντός χαρτοφυλακίου, το μέγιστον μέρος των χαρτίνων νομισμάτων, τα οποία είχε φέρει ο Στάθης εκ Βόλου – περί τας ένδεκα χιλιάδας δραχμών.
― Δεν τα δίνεις, επανέλαβεν η κόρη, για να μην εύρη καμμιά πρόφαση ο γαμβρός; Τώρα πλια, Θανασάκη, δεν είμαστε για ν’ απομείνουμε… Τι θα πη ο κόσμος; Αν μου κάμη τίποτε, Θεός να φυλάη και πη πως δε στεφανώνεται!... Κάλλιο έχω να…
Και δάκρυα έπνιξαν την φωνήν της. Την ιδίαν στιγμήν εισήλθεν ο Στάθης, όστις φαίνεται ότι ήτον απ’ έξω, και ίσως είχε τείνει το ους, ή τυχαίως ήκουσε.
Ο Στάθης ήρχισεν άλλην ομιλίαν, ωμίλει δια τα καθέκαστα του γάμου, δια τους καλεσμένους, οι οποίοι ήσαν τόσον πολλοί, ώστε δεν θα τους εχώρει το σπίτι… Είναι τω όντι φαντασμένος, αυτός ο γαμβρός.
― Μην το λες, και κακιών’ η αδερφή μας, είπεν μειδιών ο Θανάσης.
― Εμένα μ’ έχει αδερφό, είπεν ο Στάθης· τον Γρηγόρη, δεν τον έχει ακόμα τίποτε.
Η Αφέντρα είχε χαμηλωμένα τα όμματα κι’ εσιώπα. Εισήλθε και η Ασημίνα, ήτις ίστατο προ μικρού εις τον προθάλαμον, και είχεν ακούσει τον Στάθην.
― Τώρα πλια έχουμε χαρές… Θα κάμωμε γάμο, που να δώση νάμι… Δημάρχους, λιμενάρχους, ντελεγραφιστάδες, νεροδίκη, τελώνη, αστρονόμο, όλους τους εκάλεσε ο γαμβρός μας… Θα στήσουμε αύριο ένα χορό, που θα δώση κρότο, τι λες καλέ!.. Θα κάμη χαρά, λέει, που να βαστάξη τρεις βδομάδες. Παράγγειλε στον μπάρμπα μας τον Κοψιδάκη, να του σφάξη τέσσερ’ αρνιά, τρία πρόβατα, δυο κατσίκια, θυσία… Και χωριστά ο κουμπάρος που θα σφάξη δυο τραγιά, και θα κουβαλήση πίττες και μπακλαβάδες. Και βιολιά και λαούτα, ακούς, και λογιών – τω – λογιών λαλούμενα, τ’ ακούς, και όλ’ οι βιολιτζήδες οι ντόπιοι τρεις ξένοι, οι τουρκόγυφτοι με τα κλαρινέττα, ακούς… Και θα χορέψουν όλοι, που να πηδήσουν μεσούρανα, τ’ ακούς… Και πού είσ’ ακόμα ν’ αρχίσουν να μας έρχωνται οι νυφάδες για το Θανάση, κι’ οι πενθεράδες που θα μας κουβαλούν ζαχαροχαμαλιά, και κουραμπιέδες, και λογιών – τω – λογιών καλούδια… ως το χειμώνα, φέτος, άλλο γάμο θα ’χουμε… Και ποια μάννα είναι σαν εμένα;… Πώς έχω το νου, δε λέτε;…
Την στιγμήν εκείνην, επήλθε παροξυσμός βηχός, μετά διαταραχής του στομάχου, εις τον φθισικόν. Εν τη παραζάλη και τω θορύβω, κι’ ενώ αι δύο γυναίκες προσεπάθουν ν’ ανακουφίσουν τον πάσχοντα, ο Στάθης έβαλε την χείρα υπό το προσκέφαλον, ήρπασε το χρηματοφυλάκιον, χωρίς κανείς να τον παρατηρήση, και το έθεσεν ήρεμα εις τον κόλπον του.
Είτα ο Θανάσης ησύχασεν. Η μήτηρ έκλεισε καλώς την θύραν του θαλάμου, και είπεν, εις όλους, καθώς είχον εξέλθει εις τον προθάλαμον.
― Αφήστε τον να κοιμηθή… Είναι κρίμα απ’ το Θεό… Τις χίλιες δραχμές θα τις δώση αύριο… ας είναι καλά, το παιδάκι μου… Μακάρι να είχατε να λαβαίνετε… Έχασε τα νειάτα του, αρρώστησε το παιδί μου… Τόσα χρόνια ήτανε βαθειά στη γης, εκεί που βγάζουν τ’ ασήμι, ακούς! Βαθειά κάτω, σαν τυφλοπόντικας να σκάφτη μεσ’ τα λαγούμια, τ’ ακούς! Αφήστε τον ν’ ανασάνη, να πάρη αέρα, που έλυωσε στον απάν’ κόσμο, κι ανάλυσε, σαν το κερί, το παιδάκι μου!... Ας ησυχάση καλά τη νύχτα…
Την επαύριον, όλ’ αι ετοιμασίαι δια τον γάμον ήσαν συμπληρωμέναι…
Την νύχτα η Αφέντρα, καθ’ ην στιγμήν ο μνηστήρ τούς εκαλονύκτιζεν, είχε ψιθυρίσει προς αυτόν κατ’ ιδίαν.
― Θα μου τις δώση αύριον τις χίλιες δραχμές… Υποσχέθηκε κι’ η μητέρα.
Την ώραν που επήγαν τα βιολιά, κι’ έφεραν τον κουμπάρο έμπροσθεν της πατρικής οικίας του γαμβρού, ο Γρηγόρης, μη έχων τίνα άλλον να ερωτήση, ηρώτησε κρυφά τον Στάθην, όστις, στολισμένος, συνώδευε με πολλούς εκ των καλεσμένων τον κουμπάρον, ελθόντα να παραλάβη τον γαμβρόν.
― Οι χίλιες δραχμές τι γίνονται;
― Θαρρώ πως τις έδωκεν ο Θανάσης της Αφέντρας, απήντησε βιαστικά ο Στάθης.
Η πομπή των καλεσμένων, μετά βιολίων και λαγούτων, άγουσα τον κουμπάρον και τον γαμβρόν, κατήλθε μέχρι της οικίας της νύμφης. Ανέβησαν εις την οικίαν ο γαμβρός, ο σύντεκνος, και οι οικείοι· οι πλείστοι επερίμεναν εις τα πρόθυρα της οικίας. Μετ’ ολίγα λεπτά κατήλθον όλοι, άγοντες και την νύμφην, στολισμένην με φορέματα της προτελευταίας μόδας, και με καπέλλον μετά τεχνητών ανθέων πορτοκαλέας, συνοδευομένην από την μητέρα της την Ασημίνα, ήτις έφερε το σαλομέταξο φουστάνι της, και γουνάκι και κουζούκαν εκ βελούδου, αμαυρού χρώματος, και από τας θείας της, όλας αναλόγως στολισμένας. Ο γερο-Στεφανής εφόρει πανωβράκι τσόχινον, το οποίον είχεν από τριακονταετίας, και δεν το είχεν φορέσει περισσότερον από πέντε φοράς εις όλην την ζωήν του. Έφερε φέσι κατακόκκινον, με φούντα κυανήν, το οποίον του είχεν φέρει από το Τούνεζι κατά την εποχή των Κριμαϊκών ο κουμπάρος, όστις τον είχε στεφανώσει, εμποροπλοίαρχος, προ χρόνων αποθαμένος τώρα, είχε δε κρεμασμένον από την τσέπην της τζάκας του την εσωτερικήν, κατερχόμενον έως το γόνα του, μακρότατον μεταξωτόν μανδήλιον, κόκκινον, διανθές.
Πριν καταβώσιν από την οικίαν, ο γαμβρός, καθώς είχε πλησιάσει την νύμφην, την ηρώτησε με πολύ χαμηλήν φωνήν, δια να μην ακούσουν ο σύντεκνος και άλλοι οικείοι ιστάμενοι πλησίον.
― Σου τις έδωκε ο Θανάσης;
Η Αφέντρα, μη τολμώσα ν’ αρθρώση φωνήν, καθώς ένευε την κεφαλήν κάτω, κατένευσεν ακόμη χαμηλότερα, ερυθριώσα.
― Τις έχεις; ηρώτησεν πάλιν ο Γρηγόρης.
Δεύτερον νεύμα έτι ασθενέστερον έκαμεν η νέα.
Ήτον Κυριακή πρωί, ώρα δεκάτη, απολείτουργα. Η πομπή διευθύνθη εις τον ναόν όπου ετελέσθη ο γάμος.
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
«Η τύχη απ’ την Αμέρικα»


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου