Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΡΑΓΑΤΣΗΣ Μ. "Η Μεγάλη Χίμαιρα". Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΡΑΓΑΤΣΗΣ Μ. "Η Μεγάλη Χίμαιρα". Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Του παραδίδει το ριζικό της


Ο γάμος τους γίνηκε ύστερ’ από μια βδομάδα, στον Άγιο Νικόλαο τον Πλούσιο.
Όλος ο καλός ο κόσμος της Σύρας ήταν προσκαλεσμένος. Κι ήρθε ο καλός ο κόσμος, με περιέργεια και συμπάθεια, να θαυμάση το νιο κι όμορφο ζευγάρι. Ο Γιάννης έλαμπε από χαρά, και χαμογελούσε με τα κάτασπρα δόντια του. Η Μαρίνα, με μάτια στυλωμένα πέρα, μακριά, ονειρευόταν.
«Το ριζικό μου το παράξενο… Εγώ, ήταν για να γονατίσω κάτω από τις σπασμένες αψίδες κάποιας γοτθικής σκοτεινής εκκλησιάς, πλάι σ’ έναν άντρα με χρυσάφι στα μαλλιά και σταχτί σίδερο στα μάτια. Πώς θα έλαμπαν οι διάφανοι κι ολόχρωμοι άγιοι στα στενόμακρα παράθυρα, εκείνη τη μέρα! Πώς θ’ ακτινοβολούσαν το μυστικό τους σύμβολο οι τρεις ρόδακες του ναού, πάνω στο καινούργιο μυστήριο της ζωής μου! Το μεγάλο όργανο θα σκόρπαγε, με μακρόσυρτους μυκηθμούς, την ηχητική μεταφυσική έξαρση του Μπαχ. Ένα πλήθος σκοτεινόχρωμο, με το κεφάλι σκυφτό στ’ ανοιχτό προσευχητάρι, θα συμμετείχε στο μυστήριο, μέσα σε σιγή υποβλητική. Κι όταν στηριγμένη στο χέρι του άντρα μου, θα ’βγαινα στην κεντρική πύλη, την πλαισιωμένη γρανίτινους άγιους με μορφές τυραγνισμένες, μια αραιή ψιλοβροχή θα δρόσιζε την άχρωμη πλατεία με τα σταχτιά σπίτια. Έτσι πρέπει να ήταν.»
Τώρα, δεν συλλογιέται πια. Τώρα, η φαντασία της ξεστρατίζει σε οράματα. Βλέπει μια μορφή πάγκαλη, που λάμπει ολάκερη, σαν ένα κομμάτι του ήλιου. Είναι ένα πνεύμα· ένας θεός φωτεινός, γεννημένος από ανάερη νύφη μέσα στα κλαδιά μιας ροδοδάφνης του Ελικώνα. Γιος του Δία ή του Απόλλωνα, με τη μοναδική ομορφιά της αφθαρσίας στα μάτια, με το χαμόγελο των αθανάτων στα χείλη. Καθώς κοιμόταν αμέριμνος κάτω από ’να πλατάνι, στο φαράγγι των Τεμπών, οι σκανταλιάρες οι Αύρες κι ο παιγνιδιάρης ο Ζέφυρος τον ανάγειραν σιγανά, δίχως να νιώση τίποτα, και τον έφεραν στη χώρα του Βοριά. Ήθελαν να παίξουν, να γελάσουν μαζί του οι πονηρές Αύρες κι ο χαδιάρης Ζέφυρος. Ήθελαν να διασκεδάσουν με το ξάφνιασμά του, όταν θα ξυπνούσε κάτω από μια μηλιά με λουλούδια μουσκεμένα από την ατέλειωτη βροχή των ατλαντικών σύννεφων. Κι αλήθεια, όταν ξύπνησε, ο θεός καμώθηκε τάχα πως θύμωσε με το καλόκαρδο αστείο. Τράβηξε το αφτί του Ζέφυρου· κι απείλησε τις Αύρες πως θα τις παραδώση στα χάδια των τραγοπόδαρων σατύρων με την πλακουτσωτή μύτη και τα κίτρινα μάτια. Κι αυτές, κρυμμένες μέσα στα λουλούδια της μηλιάς ξεκαρδίζονταν πονηρά, γαργαλεμένες από την εικόνα της αποτρόπαιης ηδονικής απειλής.
Έξαφνα ο θεός είδε, μέσα στο παχύ χορτάρι του ισόπεδου κάμπου, μια γυναίκα. Μια κοπέλα ξανθή, με κάτασπρο δροσερό κορμί και μάτια καταγάλανα, που ατένιζαν τα χαμηλά αργοκίνητα σύννεφα τ’ ουρανού. Κι ήταν τόσο αλλιώτικα όμορφη, που ο Έλληνας θεός αποφάσισε, γυρνώντας στη φωτεινή του πατρίδα, να την πάρη μαζί του.
― Έλα μαζί μου, όμορφη κόρη – της είπε. Έλα στην Ελλάδα.
Η κοπέλα του ’ριξε πονηρή ματιά και χαμογέλασε. Ήθελε να πάη μαζί του. Μα καθώς ο θεός την πλησίασε, έτοιμος να την ανασηκώση στα στιβαρά του χέρια, από τα έγκατα της γης ξεπετάχτηκαν οι Τρολ· από τα σύννεφα χίμηξαν, καβάλα στα πελώρια άτια τους, οι πάνοπλες Βαλκυρίες, ουρλιάζοντας κι απειλώντας με τα μυτερά τους κοντάρια. Οι κακομούτσουνοι νάνοι κι οι παρθένες πολεμίστριες περικύκλωσαν την κόρη με τα γαλάζια μάτια, έτοιμοι να την υπερασπιστούν από την ξενική απειλή.
― Όχι! ούρλιαξαν. Δεν θα σ’ αφήσουμε να την πάρης!
Μα ο θεός γέλασε. Τα βαθυκύανα φρύδια του έριξαν αστραπές. Με παραμελημένη χάρη ξεκρέμασε το τόξο από τον ώμο του και τ’ όπλισε με βέλος μυτερό. Ήταν θεός Έλληνας, γιος του Δία του λαμπρού, που είναι ο θεός των θεών του λαού των λαών. Δεν είπε λόγο· μόνο σημάδεψε τους Τρολ και τις Βαλκυρίες. Μπροστά στην ατάραχη απειλή και την ανώτατη δύναμή του, οι ανήμερες παρθένες χαμήλωσαν τ’ άγρια μάτια τους· κι οι σιχαμένοι νάνοι κρύφτηκαν σαν τυφλοπόντικοι στο χώμα τους, μην μπορώντας να υποφέρουν την ηλιογέννητη ομορφιά του. Τότε ο θεός πήρε την ξανθή κοπέλα στην αγκαλιά του. Κι αυτόν τον ανάγειραν στα φτερά τους ο Ζέφυρος κι οι Αύρες. Πέρασαν κάμπους και βουνά, ποταμούς και θάλασσες. Έφτασαν σ’ έναν ουρανό που άστραφτε ηλιόφωτος κι ολογάλανος. Κι από κει κατέβηκαν σ’ ένα ολόχρυσο νησί, που ορθωνόταν στη μέση μαβιού πελάγου. Ο θεός, έχοντας πάντοτε την κοπέλα στην αγκαλιά του, μπήκε σ’ ένα ναό από κάτασπρο μάρμαρο. Εκεί, στη μέση του ναού, στεκόταν ένας νέος άντρας, με πρόσωπο χρώμα σταριού και μάτια φωτερά.
― Να! του είπε ο θεός. Να! Σου έφερα μια όμορφη γυναίκα από τις χώρες του βοριά…
Κι απόθεσε μαλακά την ξανθιά κοπέλα, πλάι στον άντρα με το πρόσωπο χρώμα σταριού…
Το όραμα τελειώνει. Τελειώνει; Η Μαρίνα κοιτάει ολόγυρα· πλέει η άσπρη εκκλησία στον ήλιο, που μπαίνει ανεμπόδιστος από τα μεγάλα παράθυρα· οργιάζει στα χρώματα και στη λαμπράδα ενός γιορτερού κόσμου. Το κεφάλι του γέρο ιερέα, με τα λυτά μαλλιά και τα μακριά γένια έχει κάτι από την ήρεμη λάμψη μύστη ορφικού. Οι ψαλμοί, πρωτόγονα μελωδικοί,, αναβλύζουν από ψυχές κρυστάλλινες. Στα έξυπνα, τ’ ανήσυχα και τυραγνισμένα πρόσωπα του κόσμου ζωγραφίζεται χαμόγελο κρατημένης χαράς κι αμυδρής ειρωνίας.
Τώρα ο Αντώνης Παπαδάκης – ο κουμπάρος – αλλάζει τα στέφανα. Ύστερα, ο ιερέας τους παίρνει από το χέρι και τους οδηγεί στο μυστικό χορό του Ησαΐα, ενώ ο κόσμος συνωστίζεται ολόγυρά τους γελώντας, φωνάζοντας ευχές και ραίνοντας τους με κουφέτα και ρύζι. Γίνεται ακαταστασία, οχλαγωγία, που κάθε άλλος ξένος θα την έκρινε αντίθετη στην ιερότητα του τόπου. Μα η Μαρίνα, που είχε θρέψει τη γνώση της με τ’ όραμα της Αρχαίας Ελλάδας, βλέπει την Ελλάδα της γνώσης της να ζη πάντοτε ίδια κι ανάλλαχτη, γοητευτική κι ανάλαφρη.
Η τελετή τελείωσε. Η Μαρίνα βγαίνει από την εκκλησία, στηριγμένη στο μπράτσο του άντρα της. Ο πλακόστρωτος περίβολος ξαπλώνεται θαμπωμένος από φως κιτρινόχρυσο, εξαίσια αντίθεση στον καταγάλανο θόλο τ’ ουρανού. Από το πέλαγο ο μπάτης σιγοπνέει γεμάτος αρμυρές οσμές κι αργοσαλεύει τα φύλλα των φοινικιών. Δεξιά, σε κατανομή αμφιθεατρική, υψώνεται η ηλιόλουστη πολιτεία, σμίγοντας το λευκό ασβέστη της με τη ζαφειρόσκονη τ’ ουρανού. Η ζωή της χαμογελάει· της ανοίγει την γλυκιάν αγκαλιά της να την δεχτή, να την βαφτίση στις χαρές της. Με στέρνο πλημμυρισμένο από ευτυχία μισοκλείνει τα μάτια μπροστά στην εξαίσια εικόνα και το μεθυστικό άρωμα. Χαμογελάει γλυκά. Και γέρνοντας ολόκορμη προς τον άντρα της, του παραδίδει το ριζικό της.
Μ. Καραγάτσης
«Η Μεγάλη Χίμαιρα»
σελ. 48-51

Στη Σύρα


Οι Συριανοί είναι άνθρωποι ευγενικοί και πρόσχαροι. Όπως όλοι οι νησιώτες έχουν χαραχτήρα μαλακό, πάθη συγκρατημένα από την πολιτιστική αγωγή που τους χάρισε η γειτονιά της θάλασσας. Οι βιολόγοι απέδειξαν πως η ζωή γεννήθηκε στο αρμυρό νερό, για να ξεστρατίση αργότερα στη στεριά. Το ίδιο και οι κοινωνιολόγοι επιμένουν ότι ο χερσαίος άνθρωπος έγινε αμφίβιος και χίμηξε στη θάλασσα, να βρη τον πολιτισμό. Πως ό,τι ωραίο κι ανώτερο κερδίσαμε, η θάλασσα μας το ’δωσε: ο μεγάλος τούτος δρόμος της πανανθρώπινης επικοινωνίας, που μας ανοίγει τις πύλες της γνώσης. Πάνω στα κύματά της δεν κυκλοφορεί μονάχα ο υλικός, μα κι ο ηθικός πλούτος της γης. Ο ναύτης, στα μακρινά λιμάνια, μαζί με τη σερμαγιά εμπορεύεται και τις ιδέες του. Γυρνώντας στην πατρίδα, δεν φέρνει μόνο το καράβι του φορτωμένο πραμάτιες ξωτικές, αλλά και το μυαλό του γεμάτο νοήματα ενός άλλου κόσμου. Πάνω στα κύματα σφυρηλατήθηκε η νοημοσύνη του ανθρώπου. Όποιος έσχισε τη θάλασσα έμαθε πολλά· κι όποιος την κρατάει γερά, κρατάει τα πάντα τούτης της γης μέσα στα χέρια του. Αρκεί να δης ένα ηλιοβασίλεμα στη μέση του πελάγου, για να νιώσης πολλά κρυφά, μυστήρια αμέτρητα. Η σοφία των λαών ένιωσε βαθιά τούτη την αλήθεια· τη στέριωσε, την ανύψωσε σε σύμβολο· κι ανακήρυξε πατέρα του πολιτισμού τον Οδυσσέα, τον αλήτη των ταραγμένων νερών.
Στη Σύρα, ο φτωχός κόσμος ζει ξένοιαστα, με γλύκα και χαρά. Οι άντρες δουλεύουν για το ψωμί τους με το χαμόγελο στα χείλη, και γλεντούν με την αμεριμνησία της ευκολοχόρταστης ψυχής. Οι γυναίκες πάλι έχουν τη χάρη από τα τόσα αίματα που κυλάν στις φλέβες τους: αίμα ελληνικό της ειδωλολατρίας και του βυζαντινού χριστιανισμού· αίμα λατινικό, γεμάτο ορθολογισμένη θέληση· αίμα σαρακηνό, φλογισμένο στους άμμους της Αφρικής· αίμα ιταλικό, ποτισμένο ύπουλο αισθησιασμό· αίμα φράγκικο, περήφανο κι ερωτιάρικο. Είναι μικρόσωμες, πλούσια σαρκωμένες, με ψυχή παιγνιδιάρα. Μεγάλη τους φροντίδα είναι ο έρωτας, ο πιο σύμφωνος με τη φυσιολογική του σημασία, δηλαδή τη χαρά των αισθημάτων και των αισθήσεων. Όλη η περιορισμένη νοημοσύνη τους αφιερώνεται σε τούτο το σπαρταριστό παιγνίδι. Οι στοχασμοί, οι ώρες της μέρας και της νύχτας, οι κουβέντες, ολόκληρη η βιοτική τους δραστηριότητα, δεν έχουν άλλο σκοπό. Περί το βράδυ, στις κάτασπρες ανηφοριές, τις χρωματισμένες από το βαθυγάλανο της ερχόμενης νύχτας, θα ιδήτε τα ζευγαράκια να περιδιαβάζουν τη σμιχτή τους ευτυχία.
Στη Σύρα, τα πάθη του κορμιού είναι παντοδύναμα. Οι λιγοστές ικμάδες του άδροσου βράχου έχουν ποτίσει τους ιστούς των ανθρώπων· έχουν κορέσει τις σάρκες, αφήνοντας την πέτρα κατάξερη. Οι αισθήσεις κυβερνούν· παρεπόμενη συνέπεια του κυρίαρχου αισθησιασμού είναι τα αισθήματα. Δεν υπάρχει λογικός συγκρατημός, φόβος, συνείδηση του πρεπούμενου και του άπρεπου, ηθική γραμμή υποκειμενική ή αντικειμενική. Η γυναίκα που επιθυμεί έναν άντρα πιστεύει πως τον αγαπάει· και του δίνεται απλά, πρόσχαρα, δίχως μεγάλο προηγούμενο αισθηματικό έλεγχο, σαν να εκτελή κάτι το ψυχικό, το αναπότρεπτο. Έτσι, τα ερωτικά μικροδράματα, οι μικροτραγωδίες του πάθους, της ζήλειας και του πληγωμένου εγωισμού δεν έχουν μετρημό. Τα πάντα όμως περνούν απαρατήρητα κι ασχολίαστα μέσα στο ρέμα της αμέριμνης κι ηδονιστικής ζωής, που δικαιολογεί τα πάντα. Ο απατημένος παρηγοριέται με καινούργιες αγάπες. Η μοιχαλίδα, τις πιότερες φορές, ξαναγυρνά συχωρεμένη στο νόμιμο κρεβάτι· κι όλα τελειώνουν άχρωμα σε συνέπειες, ενώ είχαν αρχίσει με γεγονότα γεμάτα χρώματα δυνατά.
Ο άλλος κόσμος – ο αστικός – είναι πιο σύνθετος σε νοοτροπία, αρκετά αταξινόμητος μέσα στο κοινωνικό σύνολο. Το μεγάλο εμπόριο έφερε στην Ερμούπολη μια πανσπερμία από Έλληνες, διαφορετικούς σε καταγωγή και κοινωνική εξέλιξη, μα που τους ένωσε ο κοινός σκοπός του κέρδους. Χιώτες κουτοπόνηροι, Αντριώτες δουλευταράδες κι αφελείς, Μοραΐτες σκοτεινοί και δίβουλοι, Κασιώτες απλοϊκοί και τίμιοι κρατώντας, κατά κάποιο τρόπο, τις τοπικιστικές φατρίες τους, ενώθηκαν σε σύνολο ρευστό κι απροσδιόριστο, με βασικό κριτήριο το χρήμα. Αν εξαιρέσουμε τους λιγοστούς που  η μόρφωση και κάποια ψυχική ανωτερότητα ξεχώριζε απ’ τη μάζα, οι άλλοι θεοποίησαν την οικονομική τους δύναμη και κανόνισαν πάνω σ’ αυτή τις ηθικές αξίες της ζωής. Δημιούργησαν μια κοινωνική ζωή βασισμένη στην επίδειξη του πλούτου, που δίνει ξώπετση εντύπωση πολιτισμού. Λέσχη πολυτελής, σπιτικά καλοβαλμένα, τρόποι ευπροσήγοροι, γλώσσα συγκρατημένη, φιλοξενία παροιμιακή. Κάτω όμως από τούτη τη βιτρίνα, τα πάθη που γεννάει η έλλειψη βαθύτερης καλλιέργειας σαλεύουν παντοδύναμα. Δεύτερη συνέπεια της γνωστικής φτώχιας, είναι ένας άκρατος μοντερνισμός κι ένας αδιάλλαχτος κοσμοπολιτισμός, που φυτρωμένοι σ’ έδαφος ανέτοιμο να τους δεχτή δημιουργούν στενόχωρες τραγελαφικότητες. Μέσα σ’ αυτό το σύνολο, οι Κασιώτες αποτελούν παρήγορη παραφωνία. Οι «παλιοί» τους θεωρούν νεόπλουτους, μολονότι οι χρονολογίες του πλουτισμού και των δυονών δεν χωρίζονται από μεγάλη απόσταση. Μα οι Δωδεκανησιώτες θαλασσινοί έχουν την εξυπνάδα να βλέπουν τα πράγματα στις πραγματικές διαστάσεις τους. Ζουν άνετα και διακριτικά, σ’ ένα μισόφωτο ανάλογο με το φτωχικό τους ξεκίνημα. Χωρίς να ξιπαστούν από το χρήμα – που γνωρίζουν τη σχετική του αξία – προσπαθούν να ανυψώσουν την κοινωνική τους στάθμη στο οικονομικό τους επίπεδο κι όχι να την ξεπεράσουν. Εργάζονται σκληρά κι ευσυνείδητα στα βαπόρια τους και τα γραφεία τους της Σύρας, του Πειραιά και του Λονδίνου, ακριβώς όπως μοχθούσαν οι πατεράδες τους στα καραβόσκαρά τους. Και περιμένουν την ώρα τους υπομονετικά, απόλυτα βέβαιοι πως κάποτε θα φτάση*.


* Από τότε που έγραφα τις γραμμές αυτές, πέρασαν δεκαεφτά χρόνια, που απέδειξαν ότι δεν είμαι και τόσο κακός προφήτης. Στο διάστημα αυτό οι Κασιώτες εφοπλιστές κέρδισαν πλούτο αμύθητο.
Μ. Καραγάτσης
«Η Μεγάλη Χίμαιρα»
σελ. 74-77

Θρησκευτικότητα


Η Τήνος δεν παρουσίαζε άλλο ενδιαφέρον, εκτός από το φαινόμενο της Παναγίας. Η Μαρίνα είχε ακούσει πολλά και διάφορα για τη θαυματουργή εικόνα και την επιρροή της φήμης της στις μεγάλες μάζες των ορθοδόξων. Τ’ άκουσε με όλη την επιφύλαξη της ορθολογικής βιοθεωρίας της. Δεν πίστευε πια στην ιδέα της θεότητας. Μα η περιέργειά της – η βασισμένη στο ορθολογικό αντίκρισμα των βιοτικών δεδομένων – ήταν πάντα ξύπνια, έτοιμη για παρατήρηση, μελέτη και κριτικό στοχασμό. Έτσι, ένα ηλιόλουστο πρωινό ξεμπάρκαρε στο μουράγιο της Τήνος με τη φαντασία πολύ ξαναμμένη. Ανέβηκε τον ανηφορικό πλακόστρωτο δρόμο με κόπο, έχοντας ν’ αντιπαλαίση το δυνατό μελτέμι, που κατέβαινε απ’ το βουνό με άταχτες ριπές. Ήταν προετοιμασμένη γι’ αυτό που υπόθετε πως θα έβλεπε, γιατί το θέμα τής ήταν γνωστό απ’ τις μελέτες της. Πίστευε ότι η δογματική διαφορά του ορθόδοξου χριστιανού απ’ τον καθολικό δεν ήταν τόσο σημαντική, όσο η θρησκευτική ψυχοσύνθεση του Γερμανού απ’ το Μεσογειακό. Μεγαλύτερη ψυχική συγγένεια έχει ο καθολικός της Φλάντρας με το διαμαρτυρόμενο της Σουηδίας, παρά με τον καθολικό της Σικελίας. Κι αντίθετα, περισσότεροι οι κοινοί θρησκευτικοί χαραχτήρες του ορθόδοξου της Σύρας με τον καθολικό της Ανταλουσίας, παρά με τον ορθόδοξο της Πολωνίας. Θυμόταν το θυμόσοφο αφορισμό του Ανατόλ Φρανς: «ο άνθρωπος ποιεί τον θεόν κατ’ εικόνα και ομοίωμά του» και χαμογελούσε. Θυμόταν και τη θρησκευτικήν ιστορία του ελληνικού λαού, από την εποχή των Αιγαίων ως το γκρέμισμα του Βυζάντιου (η κατοπινή ιστορία των Ελλήνων δεν της ήταν πολύ γνωστή), με τις τεράστιες εναλλαγές πίστης και σκεπτικισμού, ψυχικής ανάτασης προς το νόημα του θείου και χαμηλής δεισιδαιμονίας, φωτισμένης ενατένισης των μεταφυσικών προβλημάτων και στενοκέφαλου φανατισμού. «Τι παράξενος λαός! Και πόσο τρομαχτικά τεράστιες – σχεδόν ακατανόητες – οι μεταπτώσεις του, από την κυριαρχική ρωμαλεότητα στον πιο εκφυλισμένο ξεπεσμό!» Εδώ και οχτώ μήνες που ήταν στην Ελλάδα, η γνωστική της περιέργεια την παρακίνησε να κατανοήση τη θρησκευτική στάθμη του σημερινού Έλληνα· μα δεν μπόρεσε να βγάλη θετικά συμπεράσματα. Λόγου χάρη ο Γιάννης, ο άντρας της, – άνθρωπος με γερό μυαλό, υγιή ψυχή και αρκετή μόρφωση – ούτε πίστευε ούτε δεν πίστευε στην ύπαρξη του θεού. Απλώς, το ζήτημα αυτό τον άφηνε αδιάφορο, δεν του δημιουργούσε την παραμικρή ανησυχία. Κι όμως, κάθε βράδυ έκανε το σταυρό του, λέγοντας ένα «δι’ ευχών». Τη Μεγάλη Βδομάδα νήστευε και παρακολουθούσε την ακολουθία του Επιταφίου και της Ανάστασης. Γιατί; Από δεισιδαιμονία; Φοβόταν πώς αν δεν έκανε τούτη την ελάχιστη παραχώρηση στις απαιτήσεις του θεού, θα τον έβρισκε κάποιο κακό; Ο ίδιος της είπε γελώντας πως κάποτε, στο Λονδίνο, ξέχασε ότι ήταν Μεγάλη Παρασκευή κι έφαγε μπιφτέκι. Ο δεισιδαίμων δεν πέφτει σε τέτοιες αμνησίες, ούτε τις διηγείται γελώντας. Συνεπώς όχι, ο Γιάννης δεν ήταν δεισιδαίμων· μα έκανε αυτές τις επιφανειακές παραχωρήσεις στη θρησκεία που ανήκε τυπικά, παρακινημένος μονάχα από την παλιά του διαπαιδαγώγηση, τη συνήθεια και την κοινή συμβατικότητα. Παρόμοια ακριβώς ήταν κι η θρησκευτικότητα των ανθρώπων της συριανής αστικής κοινωνίας. Η πεθερά της όμως – η αμόρφωτη γυναίκα του λαού – είχε κάποια πίστη ζωντανότερη κι ειλικρινέστερη, μα οπωσδήποτε απλοϊκή, θεμελιωμένη ψυχικώς στο ένστιχτο. πνευματικώς στη δεισιδαιμονία και το δέος των μεταθανάτιων κυρώσεων. Από την άλλη μεριά, οι δυο μοναδικοί Έλληνες με πλατιά καλλιέργεια και δυνατή προσωπικότητα που γνώρισε – ο Ανθεμίου κι ο Μηνάς – είχαν δικές τους αντιλήψεις για το θεό, εντελώς άσχετες με την εθνική και κοινωνική τους υπόσταση, που οπωσδήποτε δεν αντιπροσώπευαν τίποτα από την ελληνική πραγματικότητα. Απόμεναν οι λογοτέχνες. Από αυτούς, ο Παπαδιαμάντης είχε έντονη «ορθόδοξη χριστιανική» θρησκευτικότητα, αλλά εντελώς δεδομένη, μάλλον τυπολατρική και στερημένη από κάθε ανησυχία. Των άλλων σημαντικών, η θρησκευτικότητα ήταν καθαρά φιλολογική κι ολότελα αντικειμενική. Οι ελάχιστοι θρησκευτικοί στίχοι του Σολωμού, δεν έπειθαν ότι ανάβλυσαν από ψυχή φλογερού πιστού. Ο θεός του Κάλβου, εγκεφαλικός και νεμεσιακός, θύμιζε φοβερά το Γεχωβά της Παλαιάς Διαθήκης και των πουριτανών. Ο Παλαμάς – Έλληνας ως το στερνό κύτταρο του κορμιού του – αντιμετώπιζε τη θρησκεία μονάχα σαν στοιχείο του ελληνικού ιστορικού μεγαλείου, υμνώντας το Δία, το Ναζωραίο και τον αγνωστικισμό, με συνείδηση καθαρή πως έτσι εκτελεί το ποιητικό του χρέος προς την ιδέα του Ελληνισμού, που γέννησε, δόξασε και γκρέμισε όλους τους θεούς κι όλες τις ιδέες. Παρόμοια περίπου είναι και η περίπτωση του Σικελιανού, αλλά πολύ ασυνεπέστερη λογικά, εφόσον θεμελιώνεται στην εξωφρενική ανεδαφικότητα να συγχωνευθούν και να κυριαρχήσουν – μέσα στον εικοστό αιώνα – ο νεκρός Ορφισμός κι ο διασπασμένος Χριστιανισμός. «Τι έλλειψη ιστορικού κριτηρίου!» απορούσε η Μαρίνα. «Ωσάν ο Χριστιανισμός να μην ήταν η ιστορικώς συνεπής εξέλιξη του Ορφισμού! Κι όμως, αυτός ο άκριτος άνθρωπος, τι εξαίσιος ποιητής που είναι!»
Μ. Καραγάτσης
«Η Μεγάλη Χίμαιρα»
σελ. 84-87

Ο κλήρος της γυναίκας π’ αγαπάει είναι ο πόνος


Όσο περνούν οι μέρες – οι μέρες της μοναξιάς – τόσο το λαμπρό οικοδόμημα της ψυχικής της ισορροπίας ραγίζεται σε αμέτρητες αδιόρατες ρωγμές. Καμιά πέτρα δεν έπεσε ακόμα· τίποτα δεν μαρτυράει πως τα θεμέλια κλονίστηκαν. Μα κάτι σα δυσφορία, αγωνία και χαύνωμα μαζί, προμηνάν πως η κρίση κάποτε θα ξεσπάση.
Οι μέρες του Αυγούστου και του Σεπτεμβρίου είναι θερμές, καφτερές, γεμάτες τυφλωτικό ήλιο, φως αδυσώπητο. Ο μπάτης δεν κατορθώνει ούτε να ρυτιδώσει τη θάλασσα. Τα μελτέμια δεν έχουν δύναμη ν’ απλώσουν τα φτερά τους. Τη νύχτα αναδίνονται απ’ το πέλαγο οσμές αρμυρές, ανασαιμιές ασάλευτου νερού, που θυμίζουν ιδρώτες οργασμού. Τα βράχια του νησιού αναβρύζουν την πύρη της μέρας, τυραννώντας τα πλεμόνια και τα νεύρα. Κάτω στην πολιτεία, το γλέντι ξεσπάει με τραγούδι, χορό, μεράκι, καημό κι έρωτα. Τρέχει το κρασί γεννώντας παθιασμένη δυσθυμία κι όχι ανάλαφρο κέφι. Τα κορμιά σμίγουν σε παράταιρα αγκαλιάσματα. Βράζουν οι ψυχές. Η ζωή, στο διάβα της, παρασέρνει το άβουλο ανθρώπινο κοπάδι, το εξουθενωμένο απ’ την οργή, τη ζήλεια και το πάθος. Και το φεγγάρι φωτίζει τη νεκρή θάλασσα, τον πυρωμένο βράχο και την ηδονόφιλη πολιτεία με τις ψυχρές αχτίδες του, σαν μια πελώρια ειρωνία του γλαυκού ουρανού προς τη χρυσογάλανη γη.
Είναι το καλοκαίρι· τώρα που, ύστερ’ απ’ τους ανοιξιάτικους οργασμούς, μεστώνουν οι ορμές. Τα δόντια, καθώς δαγκώνουν τους καρπούς, λες και βουτάν σε χυμούς ανθρώπινου κορμιού. Οι επίμονοι ιδρώτες σκορπάν οσμές γονιμικά ερεθιστικές. Τα λεύτερα κορμιά προσφέρονται στο χάδι του ανέμου, του ήλιου, του ματιού. Προκαλούν το άγγισμα του χεριού που θα τα ταράξη· γυρεύουν την πανίσχυρη συνουσία, που θα τα λυτρώση από το γενετήσιο εφιάλτη. Είναι το καλοκαίρι. Οι άνθρωποι με μάτια ανήσυχα κοιτούν ορίζοντες, αναζητώντας το σύννεφο με τη βροχή· λαχταρώντας το δροσερό υετό, που θα τους λυτρώση απ’ τις δυναμικές ατονίες τους. Με ψυχές λαφιασμένες γυρεύουν ένα παρήγορο ύπνο, που δε λέει να ’ρθη. Τα κρεβάτια είναι πολύ στενά, τα σεντόνια πολύ ζεστά, τα κορμιά πολύ υγρά. Η μέρα έρχεται γρήγορα, να ξεδιαλύνη τα πονηρά όνειρα· κι η νύχτα αργά, να χύση βάλσαμο στις ανησυχίες. Είναι το καλοκαίρι…
Για τη Μαρίνα το κρεβάτι είναι πλατύ, η νύχτα ατελείωτη. Ανοίγει το παράθυρο της κάμαράς της απέναντι στη θάλασσα, και κοιτάει τον αστρόφωτο ουρανό με μάτια ανήσυχα. Προσμένει να πυρώση ο ορίζοντας, να ματώση το πέλαγο στον ερχομό του φεγγαριού της χάσης. Να ιδή το πορφυρό αστέρι ν’ αναπηδάη, άνισο κι αινιγματικό, απ’ το σκοτάδι του αιθέρα. Θέλει να νιώση τις καχεκτικές αχτίδες του να σκορπάν φωτερό αίμα απάνω στα άσπρα σεντόνια της, στο θαλασσί νυχτικό της, στο ξανθό δέρμα της. Η κουφόβραση της σφίγγει το λαιμό, της βαραίνει το στέρνο. Με νευρική χειρονομία λευτερώνει τους πλούσιους μαστούς της, τους παραδίνει στο χάδι των φωτοσκιάσεων. Είναι λίγο γοργή η ανάσα της, λίγο ατίθαση η φαντασία της. Ονειρεύεται να πετάξη μακριά, πάνω από θάλασσες, ερήμους, δάση κι οροπέδια, προς τα πέλαγα και τα λιμάνια όπου η «Χίμαιρα» λικνίζεται. Λαχταράει να ξαπλωθή στο κρεβάτι της καμπίνας του καπετάνιου, εκεί που πρωτόνιωσε τη γλύκα του άντρα, πλάι στο μοναδικό άντρα που δόνησε τα σπλάχνα της.
Μα δεν μπορεί. Παρ’ όλη την προσπάθεια να δημιουργήση μια τέτοιαν εικόνα, η φαντασία της δεν κατορθώνει να τη συλλάβη. Αδιαφορεί αν πάνω σ’ εκείνο το κρεβάτι, το πλανεμένο κι αλήτικο, μια άλλη γυναίκα κυλιέται κάτω απ’ το κορμί του άντρα της, μολονότι μαντεύει πως αυτό γίνεται, πως έτσι είναι. Στην ψυχή της δεν χωράει ζήλεια. Χαμογελάει μ’ επιείκια για τις σαρκικές παρεκτροπές του Γιάννη. Δεν έχει σημασία αυτό· δεν την απατάει με την ψυχή του. Είναι απόλυτα βέβαιη πως φλέγεται να ξανάρθη στο νόμιμο κρεβάτι, στην αγκαλιά της μοναδικής γυναίκας του.
Στριφογυρνάει το κεφάλι της πάνω στο μαξιλάρι, σα να πασχίζη να διώξη κάποιαν κακήν εικόνα. Τα μάτια της πεταρίζουν μέσα στο σκοτάδι των κλειστών βλεφάρων. Ξαναθυμάται τα λόγια του Καστρινού για το Μηνά. Δεν είναι σωστό να γλεντάη έτσι, φανερά κι απερίσκεπτα, με ύποπτες γυναίκες. Αν το μάθη η Λιλή θα στενοχωρεθή, θα πονέση. «Ας πονέση. Αυτός είναι ο κλήρος της γυναίκας που αγαπάει. Ας πονέση.»
Η ζέστη την πνίγει. Με κίνηση απότομη λευτερώνει το κορμί της από την εκνευριστική επαφή του νυχτικού. Τώρα είναι ολόγυμνη, πιο λευκή κι απ’ τα λευκά σεντόνια. Είναι ελκυστική· είναι όμορφη. Ανοίγει τα μάτια και κοιτάζει το κορμί της, από τις απαλά ρόδινες σφαίρες της φτέρνας ως τους μελαχρινούς κύκλους των μαστών. Θυμάται τους άντρες που το νεμήθηκαν χωρίς να το δονήσουν. Αναλογιέται όσους το πεθύμησαν, γνωστούς κι άγνωστους: ένα σμάρι σερνικά, μαγεμένα απ’ την κυρίαρχη ομορφιά της. Συλλογιέται τον άντρα που της χάρισε την ηδονή: τον άντρα της. « Ο κλήρος της γυναίκας π’ αγαπάει είναι ο πόνος. Εγώ, πότε πόνεσα; Και πώς πόνεσα;»
Το φεγγάρι ψηλώνοντας, εξαγνίζει το ματωμένο δίσκο του στα ουράνια νάματα. Τώρα το κορμί της είναι ωχρό, αχνό σαν κέρινο και κεχριμπαρένιο· είναι σαν άυλο κι ανύπαρχτο. Νοιώθει τους μαστούς της βαριούς, γεμάτους χυμούς. Κάποια υποδόρεια δύναμη τους ανασαλεύει ρυθμικά. Οι θηλές περιστρέφονται κι ορθώνονται σαν πρόκληση στον Πρίαπο, το θεό της γονιμότητας. Με τις υγρές παλάμες της προσπαθεί να γαληνέψη την τρικυμία του στήθους, ν’ απωθήση τους ατίθασους χυμούς στο βάθος του κορμιού. Μια ηδονική νάρκη της βαραίνει τα βλέφαρα· ένας ευχάριστος ερεθισμός πλημμυράει το στέρνο της.
Κι έξαφνα η εικόνα του άντρα, που αυτό το κορμί τον πεθύμησε, προβάλλει τυραννική κι απροσδόκητη, πίσω απ’ τα σφαλιχτά της βλέφαρα. Κύμα ντροπής την αναταράζει σύγκορμη. Περιστρέφεται μαρτυρικά, γυρίζει μπρούμυτα, κρύβει το πρόσωπό της στο μαξιλάρι, λαχανιασμένη από την αγωνία που της γέννησε το σύντομο όραμα· κι αποκοιμιέται με τα χέρια αγκιστρωμένα στις σκληρές σάρκες των μαστών. Το φεγγάρι φωτίζει τα ξανθά μαλλιά, τον ανήσυχο τράχηλο, τη χυτή ράχη. Οι μηροί φυτρώνουν σαν πλούσιοι κορμοί στη γόνιμη γη των γλουτών και των λαγόνων. Ριγεί το δέρμα της κνήμης ανήσυχο, νευρικό. Και το πόδι, οδυνηρά συσπασμένο, είναι μια τριανταφυλλένια πρόκληση στα κεχριμπάρια της σελήνης.
Μ. Καραγάτσης
«Η Μεγάλη Χίμαιρα»
σελ. 179-182

Τώρα ξέρω πως μ’ αγαπάς


Ο Μηνάς, ξαπλωμένος στο κρεβάτι του, δεν μπορεί να κοιμηθή. «Ο ύπνος κι εγώ… Ο ύπνος ελαττώνει τη συνειδητή ζωή μας κατά ένα τρίτο. Στο βάθος του ξεσέρνει την ευφορία της χαράς, μα δεν συνεχίζει τη δυσφορία της πίκρας. Για τον ευτυχισμένο ο ύπνος είναι ανάπαψη· για το δυστυχισμένο παρηγοριά. Όποιος δύστυχος μπορεί να κοιμάται, μπορεί και να ζήση. Μπορεί να πη: υπομονή, ώσπου να κοιμηθώ και να ξεχάσω. Όταν ξυπνήσω, έχει ο Θεός… Όταν όμως ο ύπνος δεν λέει πια να μουδιάση το στηλωμένο βλέφαρο· όταν το μάτι μέσα στο σκοτάδι εξακολουθεί ν’ ατενίζη επίμονα το μισητό είδωλο της δυστυχίας· ή όταν ο ύπνος έρθει μαζί με το βραχνά, να συνεχίση το συναίσθημα της δυστυχίας μέσα στο κάρωμα μιας ψυχής που δεν αντέχει πια… Εγώ κι ο ύπνος… Από σήμερα ανοίγουμε περίπλοκους λογαριασμούς, εγώ κι ο ύπνος. Από σήμερα κι ως… Δεν υπάρχει ως, δεν υπάρχει τέρμα… Κάτω στα δάση της Τενεσή και της Σάουθ Καρολάινα η νύχτα είναι υγρή, βαριά και μαλακή, σαν ένας τεράστιος οδοστρωτήρας από βελούδο, που καταπιέζει, που πνίγει τα πάντα. Εκεί θα δώσω ευκολώτερα τη μάχη με τον ύπνο· γιατί πρέπει να κοιμάμαι. Πρέπει…»
Δίψασε. Ένιωσε δίψα αβάσταχτη: «Είναι το οινόπνευμα. Του ζήτησα φυγή· και μου ’δωσε μονάχη δίψα. Δεν είναι λύση· όχι, δεν είναι… Πρέπει να κρατήσω τη βιτρίνα της ανθρωπιάς μου. Το τάχα γεμάτο οίκτο κακεντρεχές χαμόγελο των ανθρώπων… Όχι, δεν πρέπει να υποψιαστούν οι άνθρωποι πως κατάντησα ένα κτήνος σαν κι αυτούς. Ενώ κάτω, στις ακροποταμιές του Μισισίπι και του Αρκάνσα, υποτίθεται πως πήγα να βρω μια μεγάλη τύχη. Είναι τόσο ανόητοι, που θα πιστέψουν.» Σηκώθηκε. Άνοιξε την πόρτα της κάμαρας του με προσοχή, να μην κάνη θόρυβο· περπάτησε ξυπόλυτος στο μωσαϊκό του διαδρόμου. Μπαίνοντας στην κουζίνα έκανε ν’ ανάψη το φως· μα δεν το άναψε. Πίσω απ’ το βουνό της Τήνος είχε ανατείλει το φεγγάρι της χάσης· μια μήνη γερτή και πορφυρή σα νύχι βουτηγμένο στο αίμα. Τίποτα δεν τάραζε τη γαλήνη· μονάχα ο πηχτός αέρας πήρε τη σκοτεινή διαφάνεια του ρουμπινιού. Η φωτερή λόγχη κοιτόταν ακίνητη, σαν πινελιά κόκκινης γιαπωνέζικης λάκας πάνω στο μαύρο μάρμαρο της θάλασσας. Όλο τούτο το φτωχό αντιφέγγισμα έμπαινε απ’ το παράθυρο της κουζίνας κι έδινε σχήμα στα πράματα. Ο Μηνάς άνοιξε το ερμάρι, πήρε ένα ποτήρι, το γέμισε κρύο νερό απ’ την παγωνιέρα και το ήπιε. Κάπως η δίψα του καταλάγιασε. Ένιωσε την ανάγκη να καπνίση. Στην τσέπη της πιτζάμας του βρήκε το πακέτο και τα σπίρτα. Άναψε τσιγάρο, προχώρησε στο παράθυρο κι ακούμπησε το μέτωπό του στο τζάμι. Από κείνη τη μεριά δεν φαινόταν η θάλασσα, μα τα σπίτια του Πισκοπιού και το βουνό, που ορθωνόταν στον ουρανό της δύσης. Κόκκινα ήσαν τα σπίτια, τα βράχια και τα δέντρα. Μονάχα ο ουρανός ήταν μαύρος, κι ωχρά τ’ αστέρια που τον στόλιζαν: «Βαπόρι για τον Πειραιά έχει αργά, το βράδυ. Δεν χρειάζομαι άλλο εδώ. Μόλις ξημερώσει θα προφασιστώ πως έχω δουλειά στη Σύρα. Θα γυρίσω κατά τις πέντε, να πάρω τη βαλίτζα μου, να χαιρετήσω τη μητέρα… Πρέπει να είμαι δυνατός, να προσποιηθώ· γιατί δεν πρόκειται να ξαναδώ τη μητέρα. Θα πεθάνη όταν θα βρίσκωμαι πέρα, μακριά. Ούτε την Αννούλα θα ξαναδώ, ούτε το Γιάννη. Εκτός αν έρθουν εκείνοι να με βρουν στην Αμερική. Αλλά δεν θα τους αφήσω να έρθουν. Δεν υπάρχει λόγος να έρθουν.» Όσο το φεγγάρι ψηλώνει, το αντιφέγγισμά του από πορφυρό μεταλλάζει σε πορτοκαλί. Κάπως απάλυνε το σκοτάδι τ’ ουρανού. Το γάβγισμα ενός σκυλιού τάραξε την ησυχία, για μια στιγμή· κι ύστερα, πάλι σιωπή. «Πρέπει να γυρίσω στην κάμαρά μου, να ξαπλώσω. Ίσως και κοιμηθώ.»Τραβήχτηκε απ’ το παράθυρο, πήρε στροφή, έκανε ένα βήμα προς την πόρτα· και στάθηκε. Στο άνοιγμα της πόρτας στεκόταν ασάλευτη η Μαρίνα.
Απόμειναν αντιμέτωποι, αμίλητοι. Τα μάτια της γυάλιζαν σαν πράσινα αστέρια· η ανάσα της ήταν κοντή κι άρρυθμη. Εκείνος ένιωσε τη ναρκωμένη δύναμή του να ξυπνάη, να τον πλημμυράη, να τον κάνη πρωτόγονο σερνικό, ως το στενό του κύτταρο. Πράσιν’ αστέρια γίνηκαν και τα δικά του μάτια. Ανοιγόκλεισε τα δάχτυλα, σαν τον τίγρη που δοκιμάζει τα νύχια του πριν επιτεθή. Τα χείλια του μισόπαιζαν και φάνηκαν τα τιγρίσια δόντια του, άσπρα κι απειλητικά. Η γυναίκα στυλώθηκε, έτοιμη ν’ αντιμετωπίση το θανατερό αγώνα που γύρευε, που προκαλούσε. Μέσα στ’ αδύναμο πορτοκαλί αντιφέγγισμα, τα δυο θεριά αναμετρήθηκαν απ’ την κορφή ως τα νύχια. Τα ρουθούνια τους έπαιξαν με παλμό σπασμωδικό, ανάσαιναν τις οσμές ο ένας τ’ αλλουνού. Ήσαν έτοιμοι.
Ο Μηνάς προχώρησε τρία βήματα, ήρθε κοντά της, στάθηκε απέναντί της. Δεν μίλησε αμέσως· την κοίταζε στα μάτια, την κοίταζε. Κι όσο την κοίταζε, τόσο το μίσος του θέριευε, τον πότιζε, γινόταν απόλυτο. Κι όταν ένιωσε πως αυτός και το μίσος γίνηκαν ένα, τότε της είπε με φωνή πνιχτή:
― Πουτάνα!
Την άρπαξε απ’ τον ώμο, την έσπρωξε στην άλλη άκρη της κουζίνας, έκλεισε δυνατά την είχε σπρώξει. Δεν μίλησε. Δέχτηκε τη βρισιά ατάραχη. Και πάλι στεκόταν ντούρα, προκλητική, περιμένοντας. Μ’ ένα πήδημα χίμηξε απάνω της κι άρχισε να την χτυπάη στο κεφάλι, στο πρόσωπο, στο στήθος, στη ράχη. Το μίσος έδωσε δύναμη υπεράνθρωπη στα χέρια του. Χτυπούσε, χτυπούσε, χτυπούσε. Τα χτυπήματα ηχούσαν υπόκωφα, μουγγά στο ηχείο του κορμιού της. Τα δεχόταν δίχως μια φωνή, χωρίς την παραμικρή αντίδραση. Είχε κλείσει τα μάτια, είχε μισανοίξει τα χείλη. Στη μορφή της είχε χυθή η ύπουλη εκείνη έκφραση, που κυμαίνεται ανάμεσα οδύνη κι ηδονή. Ένα πιο δυνατό χτύπημα στο μηλίγγι τη ζάλισε. Λύγισε τα πόδια της, έπεσε γονατιστή.
― Μη με χτυπάς τόσο δυνατά, μουρμούρισε. Θα με σκοτώσης· και δεν κάνει. Δεν κάνει για σένα…
Σταμάτησε να την χτυπάη· την κοίταζε κι ανάσαινε βαριά. Τότε εκείνη, καθώς ήταν γονατιστή, του αγκάλιασε σφιχτά τα γόνατα, ακούμπησε το κεφάλι της στα μεριά του και χαϊδεύτηκε σα γάτα.
― Τώρα ξέρω πως μ’ αγαπάς, μουρμούρισε.
Μ. Καραγάτσης
«Η Μεγάλη Χίμαιρα»
σελ. 270-273

Ένα τεράστιο ουρλιαχτό απλώθηκε σ’ όλα τα πάντα.


Ύστερ’ από την πρόσκαιρη κι απόλυτη γαλήνη, το καινούργιο ξέσπασμα του Σορόκου ήταν βίαιο, ξέφρενο. Η θάλασσα δέχτηκε το χίμημα της πνοής με βαθύ αναστεναγμό κι ανασκάφτηκε ξανά σε ψηλά και μακριά κύματα, που πήραν το δρόμο του Μαΐστρου. Ήρθαν και τα σύννεφα τα χαμηλά, να γονιμοποιήσουν τους αρμυρούς αφρούς με τις χλιαρές απανωτές σταγόνες τους. Ένα τεράστιο ουρλιαχτό απλώθηκε σ’ όλα τα πάντα.
Καθώς μια δυνατή πνοή τράνταξε τα τζάμια, η Ρεΐζαινα ξύπνησε απότομα, ξαφνιασμένη και σκιαγμένη. Στα ορθάνοιχτα, τα τρομαγμένα μάτια της πλανιόνταν ακόμα οι στερνές εικόνες του βραχνά που κυβερνούσε το λαφιασμένο ύπνο της. «Ο Αρχάγγελος! Ο Αρχάγγελος κρούει τις φτερούγες του! Το παιδί! Αχ, το παιδί!» Σηκώθηκε απ’ το κρεβάτι τρεκλίζοντας. Τα χέρια της έτρεμαν: «Ήρθε ο Αρχάγγελος. Ήρθε ο Αρχάγγελος.» Έκανε να προχωρήση, μα κοντοστάθηκε. «Είμαι τρελή. Αν γινόταν τίποτα, θα μ’ είχαν ξυπνήσει.» Έστησε αυτί, αφουγκράστηκε. Εξόν απ’ το ουρλιαχτό του ανέμου, τίποτ’ άλλο δεν ακουγόταν. «Δόξα Σοι, Κύριε! Όνειρο ήταν. Όνειρο.»
Αναστέναξε· φόρεσε τη ρόμπα, τις παντόφλες της. «Πάω να δω. Γιατί δεν με ξύπνησαν; Ποιος παραστέκει το παιδί; Ο Μηνάς ή εκείνη;» Με μιας, μόλις θυμήθηκε τη νύφη της, το πρόσωπό της αγρίεψε, γίνηκε σκληρό. «Ας δώση ο Θεός να ζήση το παιδάκι μου. Όσο γι’ αυτήν…» Καθώς έσαχνε πρόχειρα τα μαλλιά της, θυμήθηκε τ’ όνειρο που το ’κοψε το τράνταγμα τ’ ανέμου.
«Ναι. Ο Μηνάς. Ο Μηνάς μου. Για το  Μηνά μου ήταν τ’ όνειρο. Αμάν!» Λιγοψύχησε· στηρίχτηκε στο κρεβάτι, να μην πέση. «Ο Μηνάς! Ο Μηνάς μου!» Παραπατώντας, σκοντάφτοντας, αγκομαχώντας βγήκε στο διάδρομο: «Παιδί μου, Μηνά… Τι όνειρο, Θεέ μου! Τι όνειρο…» Να, η πόρτα της κάμαρας του Μηνά, μισανοιχτή, σκοτεινή. Τρέχει, όσο την αφήνουν τα τρεμάμενα πόδια της. Φτάνει στην πόρτα, στέκεται· σκύβει το κορμί της, χώνει το κεφάλι της στο άνοιγμα, να ιδή. Οι γρίλιες είναι κλειστές. Σκοτάδι, δεν καλοβλέπει. Στο κρεβάτι κάποιος είναι ξαπλωμένος. Ο Μηνάς πρέπει να ’ναι. «Μηνά!» θέλει να φωνάξη. Μα η φωνή πάγωσε στο λαρύγγι της. Είδε. Μ’ ένα πήδημα πετάχτηκε πίσω κι απόμεινε σαν άγαλμα από μαύρο μάρμαρο και σταχτή γρανίτη. Στη στυγνή μορφή της, τα δυο μάτια φάνταζαν σαν μαύρα, τυφλωτικά – φώτα της οργής. «Δεν ήταν ο Αρχάγγελος που έκρουγε τις φτερούγες του· ήταν ο Σατανάς.»
Τώρα πια δεν κλονίζεται· τώρα με πόδι σταθερό και θέληση ατσαλένια προχωρεί στην κάμαρα της Αννούλας. Είναι έτοιμη γι’ αυτό που θ’ αντικρίση. Ξέρει πως μαζί με το Σατανά ήρθε κι ο Αρχάγγελος: «Ένα κακό δεν έρχεται ποτέ μονάχο.» Έχει ξημερώσει. Από το παράθυρο μπαίνει το πρώτο φως της μέρας, να δώση κάποιο πλάσμα ζωής στο νεκρό κεφαλάκι, κάποια σπίθα στα μισάνοιχτα γυαλένια μάτια. «Παιδάκι μου, σε σκότωσαν. Σε σκότωσαν…» Με χέρια που τα χαλύβδωνε η οργή πήρε το μικρό λείψανο απ’ το κρεβάτι και το ’σφιξε παράφορα στο ξερό, το γεροντίσιο στήθος της. «Σε σκότωσαν, οι ανόσιοι! Σε σκότωσαν, οι δαιμονισμένοι!»
Έτσι, με το πεθαμένο αγγόνι της αγκαλιά βγαίνει απ’ την κάμαρα. Περπατάει με κορμί στητό, με πόδι σταθερό, με μάτι τρομερό από το ξέσπασμα του θυμού που έδιωξε τη φρόνηση. Προχωρεί στο διάδρομο. Με μια κλωτσιά ανοίγει την πόρτα της κάμαρας του Μηνά. Ο βρόντος έκανε δυο σκιές – δυο ανθρώπους – να ξυπνήσουν άξαφνα και ν’ αναγερθούν πάνω στο κρεβάτι. Τα σκοτισμένα απ’ τον ύπνο μάτια τους βλέπουν μέσα στο μισόφωτο το φοβερό διακαμό της γριάς να προχωρή προς αυτούς, να στέκεται πάνωθέ τους. Οι καρδιές τους πάγωσαν, σταμάτησαν· τα κορμιά τους παράλυσαν. Περίμεναν τ’ αστροπελέκι του Θεού, που θα τους κάψη και θα τους λυτρώση από μια ζωή αβάσταχτη: «Θεέ! Λυπήσου μας! Σκότωσέ μας! Τώρα, αμέσως, τούτη τη στιγμή!»
Αυτό που η Ρεΐζαινα κρατάει στην αγκαλιά της… Αυτό το κορμί…
― Το παιδί μου! ουρλιάζει η Μαρίνα.
Η Ρεΐζαινα καγχάζει στριγγά:
― Χαχά! Πάρε το παιδί σου! Σκρόφα!
Και με μανία, με λύσσα, πετάει το μικρό πτώμα πάνω στα δυο γυμνά κορμιά.
― Το παιδί μου! στριγγλίζει η Μαρίνα. Το παιδί μου!
Αρπάζει το νεκρό κορμί, τα πασπατεύει, το αγκαλιάζει, το κοιτάει με μάτια ξέφρενα. Δε θέλει να πιστέψη. Δεν μπορεί…
― Τι το κοιτάς; σαρκάζει η γριά. Είναι πεθαμένο το παιδί σου!
Η Μαρίνα σωπαίνει. Κρατάει το μικρό πτώμα πάνω στο γυμνό της στήθος, με χέρια ξυλιασμένα. Κοιτάει πέρα, πουθενά, με μάτι γυμνό από φρόνηση. Τότε η Ρεΐζαινα σκύβει και πλησιάζει το πρόσωπο του Μηνά, που κοιτόταν ασάλευτος κι ανέκφραστος, σα χτυπημένος από κεραυνό. Τον κοιτάει στα μάτια, με μάτια που σπαράζουν από σιχασιά, από μίσος. Και σουρώνοντας τα γέρικα χείλη της, τον φτύνει κατάμουτρα.
― Φτου σου! Άτιμε!
Αναστήλωσε ξανά το κορμί της. Ανάσανε με λυτρωμό. Και στητή, και μεγαλόπρεπη, και φοβερή βγήκε απ’ την κάμαρα.
Μ. Καραγάτσης
«Η Μεγάλη Χίμαιρα»
σελ. 274-277

Σώσε με!


Για ώρα πολλή παρακολούθησε τη ζωή του ρηχού και μικρού βυθού. Δεν συλλογιζόταν τίποτα, ούτε κι αισθανόταν. Είχε κουραστή απ’ την προσπάθεια μιας ανεπιθύμητης ζωής. Κι έξαφνα θυμήθηκε πως κάπου εδώ κοντά έβγαλε η θάλασσα το κουφάρι του Μηνά. «Ναι, ναι. Έτσι άκουσα να λεν. Εδώ, εδώ…» Θάρρεψε πως τον έβλεπε ανάσκελα, με ανοιχτά χέρια κι ανοιχτά μάτια, μια να τον φέρνη το κύμα στη στεριά, μια να τον αποδιώχνη στη θάλασσα το αντιμάμαλο: «Ούτε η γης, ούτε η θάλασσα τον ήθελαν τον αμαρτωλό, τον πικροαίματο.» Κάτι σα δάκρυ ήρθε στην άκρη του βλεφάρου της· μα τ’ απόδιωξε: «Όχι· ούτε μ’ αγάπησε, ούτε τον αγάπησα. Οι σατανάδες φώλιασαν στα σωθικά μας και μηχανεύτηκαν να τα σμίξουν σε ηδονή θανατερή. Έλυωσαν από επιθυμία τα κορμιά μας, φλογίστηκαν από εγωισμό οι ψυχές μας, σπάραξαν από γλύκα οι σάρκες μας· κι έσπειραν το Χάρο παντού, παντού, παντού… Όχι, δεν τον αγάπησα. Μονάχα ορέχτηκα να εξουσιάσω το κρέας και την ψυχή του. Άλλον άντρα απ’ το Γιάννη δεν αγάπησα. Άλλον άντρα απ’ τον άντρα μου, δεν αγαπώ.» Σήκωσε τα μάτια· κι είδε πέρα, στον Τσικνιά, ανάμεσα Τήνο και Μύκονο, τον άνεμο να ξεσέρνη έναν καπνό. Κιτρίνισε. Τα χέρια της, όλο νεύρο, γαντζώθηκαν στα χαλίκια της γης. Στήλωσε τα εκστατικά της μάτια στο καπνό και στο μαύρο σημαδάκι που κρεμόταν κάτωθέ του, ανάμεσα ουρανό και θάλασσα. Το μελτέμι έπαιρνε τον καπνό και τον πήγαινε κατά τη Μύκονο. Το σημαδάκι όμως έρχονταν προς τα εδώ, πλησίαζε, μεγάλωνε, έπαιρνε μορφή βαποριού.
― Η «Χίμαιρα». Η «Χίμαιρα»…
Έκλεισε τα μάτια και βυθίστηκε στην αναπόληση του παλιού καιρού. Ένα καλοκαιριάτικο δειλινό, που έριχνε πορφύρες και θαμπά χρυσάφια πάνω στ’ αργοκύλητο νερό του μεγάλου ποταμού. Πέρα στη Δύση, ο ορίζοντας του ωκεανού φλεγόταν ολόκληρος. Ένα βαπόρι ανέβαινε σιγανά, κόντρα στο ρέμα. Ένα βαπόρι με παράξενο όνομα: «Χίμαιρα».
― Χίμαιρα, μουρμούρισε· και χαμογέλασε πικρά.
Χίμαιρα ενός κόσμου άγνωστου και ονειρεμένου. Καράβι-μύθος, που έπλεγε προς τη χώρα της ευτυχίας, τη ζωή της χαράς. Και την πήρε το μαγικό καράβι· την οδήγησε στην περιοχή της μαγγανείας. Θυμάται… Ναι, θυμάται μια μέρα ηλιόλουστη· τόσο ηλιόλουστη που δυο φορές σφάληξε τα μάτια, γεμάτη δέος. Ένα νησί ολόχρυσο και μια πολιτεία κάτασπρη, λουσμένη φως κυρίαρχο. Κι εκείνη πάνω στη «Χίμαιρα», πλάι στον άντρα της με την ψυχή πλημμυρισμένη από την προσμονή της ευδαιμονίας…
Ανοίγει τα μάτια. Να, το καράβι. Να, η «Χίμαιρα» ίδια κι απαράλλαχτη, όπως τότε· όπως την πρωταντίκρισε πάνω στα νερά του Σηκουάνα, βαρυφορτωμένη και μεγαλόπρεπη. Μόνο που τώρα δεν φαντάζει σκοτεινή, μέσα στην αντίθεση του δειλινού ουρανού. Ο ήλιος του Αιγαίου τη λούζει με τα φωτεινά χρυσάφια του. Κι όμως, κι όμως…
Σηκώθηκε με κόπο, στάθηκε όρθια. Οι βίαιες πνοές του μελτεμιού την κλόνισαν, την ανάγκασαν να πισωδρομήση. Στη μορφή της είχε χυθεί βαριά εγκαρτέρηση. «Γιατί ματαιοπονώ; Τι ελπίζω;» Από τον κόρφο της έβγαλε το άσπρο τριαντάφυλλο και το μύρισε με λαχτάρα. «Έχει την ευωδιά του κορμιού της. Έτσι μύριζε το κορμάκι της όταν το ’σφιγγα στην αγκαλιά μου, όταν το φιλούσα. Αυτή την ευωδιά δεν θα την ξανανιώσω ποτέ, ποτέ, ποτέ.» Ένας χτύπος στο βάθος της μήτρας της την έκανε να τιναχτή. Ήταν το άλλο παιδί της που στριφογύριζε στα σπλάχνα της, που ωρίμαζε, που διακήρυσσε τα δικαιώματά του για ζωή κι ευτυχία. «Όχι! Όχι! Εσύ δεν θα ’χης την ευωδιά της Αννούλας μου! Εσένα δεν σε γέννησε η αγάπη. Εσένα σε γέννησε η βρωμερή λαγνεία δυο κορμιών αποκτηνωμένων. Εσύ βλάστησες πάνω στην κόπρο του θανάτου. Τι δικαίωμα έχεις εσύ στη ζωή;»
Όχι, όλ’ αυτά είναι μάταια· και τα σχέδια της Ρεΐζαινας, κι οι δικές της ελπίδες. Δυο λύσεις μονάχα υπάρχουν: ο άντρας της κι ο θάνατος. Ή ο Γιάννης έπρεπε να καταλάβη τώρα, αμέσως, και να την σώση. Ή ο θάνατος να έρθη τώρα, αμέσως, να την λυτρώση.
Ο θάνατος. Έκανε ένα βήμα προς το γκρεμό. Κι άξαφνα άρπαξε την κοιλιά της με τα δυο της χέρια, σα να ’θελε να την υπερασπίση από κίνδυνο. Μέσα της, το μητρικό φίλτρο ξύπνησε πρωτόγονο, άγριο. Τραβήχτηκε προς τα πίσω, με φρίκη. Το παιδί. Το παιδί της!
Τα χέρια κρεμάστηκαν άτονα πλάι στο κορμί της, που το κλυδώνιζε ο άνεμος. «Όχι, δεν έχω το κουράγιο να το σκοτώσω. Πρέπει να ζήσω. Και μονάχα ο Γιάννης μπορεί να με βοηθήση να ζήσω. Ο Γιάννης, ο Γιάννης…»
Στήλωσε τα μάτια της στο βαπόρι που προχωρούσε, που έφτανε. Το κοιτούσε με αγωνία, θέλοντας να μαντέψη το νέο ριζικό που της έφερνε. Τη ζωή ή το θάνατο; « Ο Γιάννης. Πρέπει ο Γιάννης να καταλάβη και να με σώση. Μα θα καταλάβη;» Κάτι σα λόξιγγας άρχισε να παιδεύη το στήθος της. Από τα μηλίγγια της κυλούσαν δυο αυλάκια θολού ιδρώτα. Τα ξαίματα χείλια της ανάδευαν, σα να ’θελαν κάτι να πουν, χωρίς να το καταφέρνουν.
Η «Χίμαιρα» πλησιάζει, στεφανωμένη μαύρους καπνούς, τριγυρισμένη λευκούς αφρούς. Η ίδια όπως τότε, όπως άλλοτε. Η ίδια; Όχι… Άλλοτε, πάνω απ’ το μαύρο σκαρί, οι χαβαλέδες και τ’ άρμπουρα υψώνονταν κάτασπρα· άλλοτε οι παντιέρες της κυμάτιζαν χαρούμενα στην κορφή των κονταριών. Τώρα, οι χαβαλέδες είναι βαμμένοι χρώμα μαβί· τώρα, οι παντιέρες είναι μετζάστρες. Το καράβι των Ρεΐζηδων πενθεί τους Ρεΐζηδες που πέθαναν. Είναι θλιμμένο κι αποκαρδιωμένο, σαν τους Ρεΐζηδες που απόμειναν.
Πάνω στην τιμονιέρα ένας άνθρωπος στέκεται – μια σκιά ανθρώπου. Γερμένος στο παραπέτο κοιτάει ακίνητος μιαν άλλη σκιά: μια μαυροφορεμένη γυναίκα, με μαύρα φλογερά μάτια, που όρθια στο μουράγιο του λιμανιού, ασάλευτη κι αμίλητη κι αυτή, περιμένει.
Ένιωσε ένα χτύπο στην καρδιά της: «Να τος! Αυτός είναι! Θα καταλάβη! Θα καταλάβη!»
Σηκώνει τα χέρια της προς το καράβι, προς τον άντρα της.
― Γιάννη! Γιάννη! Σώσε με! Γλίτωσέ με!
Αυτό μονάχα μπορεί να πη. Με την ελπίδα που μονάχα ο απελπισμένος βρίσκει μέσα του ορμάει προς τα εμπρός, προς το καράβι, προς τον άντρα της, προς το γκρεμό.
― Σώσε με! Σώσε με!




. . . . . . . . . . . . . . . . . . .




Τα κεφαλόπουλα σκόρπισαν τρομαγμένα. Τρύπωσαν οι γωβιοί μέσ’ τα θαλάμια τους. Η πέρκα έκανε σαν τρελή. Μονάχα ο κάβουρας κατέβηκε απ’ το βράχο του αργοπερπατώντας, σα να μη γίνηκε τίποτα. Και με δαγκάνες ανοιχτές στραβοδρόμησε προς την καινούργια τροφή του.
Μ. Καραγάτσης
«Η Μεγάλη Χίμαιρα»
σελ. 319-322