Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧΩΜΕΝΙΔΗΣ ΧΡΗΣΤΟΣ "Το σοφό παιδί". Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧΩΜΕΝΙΔΗΣ ΧΡΗΣΤΟΣ "Το σοφό παιδί". Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Μας είχανε, κοντολογίς, καβαλήσει κανονικά

Μετά την εισβολή των Τούρκων και την εκδίωξη του ελληνικού στοιχείου από το βόρειο τμήμα του νησιού, το διοικητικό συμβούλιο του Κολλεγίου αποφάσισε οι υπότροφοι εκείνης της χρονιάς να μην προέρχονται από απομακρυσμένα σημεία της ελλαδικής υπαίθρου, αλλά να είναι γόνοι προσφύγων ή και ξεκληρισμένων από τους Αττίλες οικογενειών. Η επιλογή των συγκεκριμένων παιδιών έγινε, υποθέτω, με κριτήρια εντελώς τυχαία, δηλαδή πιο αυθαίρετα κι απ’ ό,τι στη δικιά μου περίπτωση. Σχετικά με τη μεταφορά τους από την Κύπρο στην Ελλάδα, διηγούνταν μ’ ένα στόμα μια ιστορία σκέτο θρίλερ που τότε μου φαινόταν αρκετά αληθοφανής.
Είχε – λέει – αγκυροβολήσει στ’ ανοιχτά μιας ερημικής παραλίας ένα πολεμικό και τους είχε ειδοποιήσει με φωτοβολίδες να σηκωθούν και να τιναχτούν, γιατί ήτανε θαμμένοι επί ώρες μες στην άμμο για καμουφλάζ. Ύστερα, μια μικροσκοπική φουσκωτή βάρκα έφτασε, κι ο μούτσος – που όλο του το σώμα ήτανε σκεπασμένο με τατουάζ – τους μοίρασε σκάφανδρα δυτών για να κολυμπήσουνε μέχρι το πλοίο. Ακολούθως – κι ενώ ταξίδευαν κιόλας στ’ ανοιχτά – δέχτηκαν επίθεση τούρκικων αεροπλάνων που τους σφυροκοπήσανε αλύπητα ώσπου, κατά το ξημέρωμα, το πλοίο έπιασε φωτιά και κόπηκε στα δύο και το πλήρωμα πνίγηκε σούμπιτο. Μόνο οι γενναίοι μαθητές την γλίτωσαν κι αυτό επειδή είχαν τη φαεινή ιδέα να δεθούν μεταξύ τους και να γραπώσουν τη θηλιά, στην οποία κατέληγε το σκοινί, στην ουρά μιας τεράστιας άσπρης φάλαινας που – κατά εξαιρετική σύμπτωση – πέρναγε από τον τόπο του δράματος. Επιδεικνύοντας καταπληκτικές ικανότητες, κατόρθωσαν να σκαρφαλώσουν στη ράχη του κήτους – που δεν γλίστραγε διόλου αφού είχε καταντήσει αποικία οστράκων – και ως λαθρεπιβάτες περιέπλεαν τη Μεσόγειο επί δεκαπέντε μερόνυχτα δίχως να αντικρίσουνε στεριά. Τρέφονταν με μύδια και μελιδόνια που ξεκολλούσαν, προς μεγάλη ανακούφιση της φάλαινας, και έπιναν σταγόνα σταγόνα το νερό που είχανε κρεμασμένα στις ζώνες τους. Το μεσημέρι της δέκατης έκτης ημέρας (είχαν αρχίσει πια να υποφέρουν από αφυδάτωση) συνάντησαν ένα ιστιοφόρο με μαύρα πανιά και σημαία με νεκροκεφαλή. Φώναξαν, έκαναν σινιάλα, όμως κανένας δεν υπήρχε για να τους απαντήσει στο κατάστρωμα και κανείς δεν ξεπρόβαλε από το εσωτερικό του πλοίου. Στο τέλος το κατέλαβαν με το έτσι θέλω και διεπίστωσαν ότι επρόκειτο περί πλοίου-φαντάσματος που έπλεε, ακυβέρνητο κι έρημο από το πλήρωμά του, επί τετρακόσια χρόνια. Τ’ αμπάρι όμως ήτανε γεμάτο και με του πουλιού το γάλα και η εξάρτυσή του σε άριστη κατάσταση. Το ημερολόγιο σταματούσε απότομα την παραμονή των Χριστουγέννων του 1570, όταν το πειρατικό μπρίκι του Ιταλού κόμητα και μυστικοσύμβουλου του Σατανά Φραγκίσκου ντε Μουριάθ – που επί μια ζωή κούρσευε όποιο καράβι επιχειρούσε να διασχίσει τον Ατλαντικό και είχε σχεδόν διακόψει τη συγκοινωνία Ευρώπης-Αμερικής – έπεσε σ’ έναν φοβερό τυφώνα έξω απ’ τα βράχια του Γιβραλτάρ που το σήκωσε πάνω απ’ τα κύματα και άρχισε να το στροβιλίζει με ιλιγγιώδη ταχύτητα με αποτέλεσμα – μοιραίως – την εξάτμιση των πειρατών, απ’ τους οποίους δεν βρέθηκε ούτε ένα κοκαλάκι ενώ, αντιθέτως, τα όπλα κι οι στολές τους αναπαύονταν γαλήνιες κι ατσαλάκωτες στις ιματιοθήκες. Οι νεαροί Κύπριοι το επάνδρωσαν και το οδήγησαν, συμβουλευόμενοι τα ναυτικά συγγράμματα και τους χάρτες που ανακαλύψανε στη βιβλιοθήκη του Ντε Μουριάθ, τσιφ στο λιμάνι του Πειραιά. Εκεί τους υποδέχτηκε άγημα μ' επικεφαλής τον αρχηγό του Στόλου κι αφού τους τράταραν γαβάθες παγωτό με σταφίδες και ρούμι, τους έφεραν στο Κολλέγιο.
Αυτό το παραμύθι υπήρξε αρχικά το μοναδικό πράγμα που καταδέχονταν να μοιραστούν μαζί μου. Μολονότι πριν από το πραξικόπημα και την εισβολή κατά πάσα πιθανότητα ούτε καν γνωρίζονταν, η κοινή τους προέλευση και μοίρα τους είχε εμπνεύσει ισχυρότατη αλληλεγγύη, καθώς και μιαν επιθετική αποστροφή προς τους ντόπιους συνομήλικους, δηλαδή τους ξένους γι’ αυτούς, δηλαδή εμένα. Λειτουργούσαν ως γκέτο, με ιδιαίτερους κώδικες, παιγνίδια και διάλεκτο, αφήνοντάς με απ’ έξω. Κάνανε κατοχή στον κοιτώνα μου, λερώσανε τους τοίχους με αυτοκόλλητα με τον ματωμένο χάρτη τη Κύπρου και το βλακώδες σύνθημα «Δεν Ξεχνώ» και τον αρχαιότερο ένοικο τον αγνόησαν παντελώς. Επιπλέον, το προσωπικό συγκινήθηκε στη θέα των τρυφερών θυμάτων της τραγωδίας (τ’ αθώα γυναικόπαιδα πάντα τανύζουνε τις πιο ευαίσθητες χορδές της κοινής γνώμης) και τους προσέφερε γην και ύδωρ για βάλσαμο στις πληγές τους. Τα λασπωμένα μακαρόνια αντικαταστάθηκαν από τα εκλεκτότερα των εδεσμάτων, το μαραζωμένο μητρικό φίλτρο της δεσποινίδος Μορφίνης ξύπνησε από τη νάρκη του και ξεχείλισε προς τη μεριά τους, οι άντρες γνέφανε με κατανόηση και συγχωρούσανε εκ προοιμίου κάθε σκανταλιά τους. Μας είχανε, κοντολογίς, καβαλήσει κανονικά οι αηδείς Κύπριοι με τα χαζά ονοματεπώνυμα – ο ένας λεγόταν Γιώργος Αλεξίου, ο άλλος Αλέξης Γεωργίου – και τους απαίσιους τρόπους, εισέπρατταν με βουλιμία και δίχως στάλα ευγνωμοσύνης τη συμπαράσταση της Μητέρας Ελλάδας.


Ευλογημένος ο ερχόμενος

Κατά τις εφτά το ραδιόφωνο ανήγγειλε επιτέλους την απόφαση του στρατού να προχωρήσει στην πολιτικοποίηση και άρχισαν τα πρώτα κορναρίσματα. Ο Τζαίηκομπ έκανε μερικά τηλεφωνήματα ακόμα και πληροφορήθηκε πως το αεροπλάνο του Γάλλου προέδρου που θα μετέφερε τον Καραμανλή στην Αθήνα, απογειωνόταν από το Παρίσι από στιγμή σε στιγμή.
―Δεν είναι δυνατόν έξω να γίνεται το σώσε κι εμείς να κλωσάμε τ’ αυγά μας! Ντύσου να φύγουμε.
Μπήκαμε στο Land-Rover και κατεβήκαμε την Κηφισίας. Η διαδρομή ελάχιστα έμοιαζε με τις αέναες βόλτες μας κατά την περίοδο της κατασκήνωσης. Αντί να χαζεύουμε τις λεπτομέρειες της καθημερινότητας, πασχίζαμε να συλλάβουμε το νόημα της ιστορικής στιγμής. Είχαμε κρεμαστεί στα παράθυρα του αυτοκινήτου και κοιτάζαμε τους ανθρώπους – που εγώ τους είχα μάθει βουτηγμένους ως τα μπούνια στις ιδιωτικές τους υποθέσεις, ράθυμους και αδιάφορους – να στήνουν πηγαδάκια, να επιδιώκουν συζητήσεις με αγνώστους και να εκδηλώνουν θορυβωδώς τα αισθήματά τους. Σε κάθε τετράγωνο υπήρχανε περιπολίες και σε κάθε φανάρι κλούβες, αλλά οι μπάτσοι ήταν χεσμένοι – ο φόβος μήπως το πλήθος ξεσπάσει επάνω τους, τους έτρεχε απ’ τ’ αυτιά. Στο Σύνταγμα είχε σχηματιστεί κιόλας μια αρκετά ογκώδης αυθόρμητη συγκέντρωση που κραύγαζε αντιφατικά και ακατάληπτα συνθήματα κι ανέμιζε σημαίες του γέρο-Παπανδρέου και του Καραμανλή. Η Βουλή είχε φωταγωγηθεί – εκεί μέσα λάμβανε χώρα η κρίσιμη συνεδρίαση των παλαιών πολιτικών.
Καταλήξαμε στα γραφεία κάποιας εφημερίδας. Η υποδοχή που επεφύλαξαν οι δημοσιογράφοι στον Τζαίηκομπ μ’ εντυπωσίασε. Πρέπει ν’ αποτελούσε για κείνους πολύτιμη πηγή ειδήσεων. Μας κέρασαν ούζο και μεζέδες, μα δεν μας έκαναν διόλου σοφότερους. Μάλλον εμείς επιβεβαιώσαμε τις πληροφορίες τους. Άλλωστε η θολούρα των πρόσφατων ημερών είχε πια διαλυθεί – τα νέα ήτανε μετρημένα κουκιά: η δικτατορία κατέρρευσε, ο Καραμανλής έρχεται οσονούπω και παίρνει την κατάσταση στα χέρια του. Πρώτη φορά στη ζωή μου έβλεπα μεγάλους ανθρώπους να τα ’χουν χάσει απ’ τη χαρά τους, να ’χουν αποσυντονιστεί απ’ τη συγκίνηση και να περιφέρονται άσκοπα με το χαζό χαμόγελο της ευτυχίας καρφωμένο στις μουράκλες τους. Μολονότι δεν καταλάβαινα τι θ’ άλλαζε τόσο δραματικά και πώς απ’ τα καζάνια της Κολάσεως θα μεταφερόμαστε εν ριπή οφθαλμού στους κήπους της Εδέμ, συμμετείχα στους πανηγυρισμούς κι η έμφυτη χαριτωμενιά μου, που ενισχύθηκε απ’ τα δυο ούζα που κατέβασα ξεροσφύρι, με ανέδειξε σε κάτι σαν μασκώτ της βραδιάς. Θυμάμαι τον εαυτό μου σκαρφαλωμένο σ’ ένα τραπέζι να τραγουδάει και να ουρλιάζει τρεκλίζοντας «Κάτω η χούντα» και «ΝΑΤΟ, ΣΙΑ, προδοσία». Ο Τζαίηκομπ έπαιζε με το δαχτυλίδι του και ανθυπομειδιούσε.
Γύρω στις έντεκα ξεκινήσαμε για το αεροδρόμιο. Το πλήθος είχε εξαιρετικά πυκνώσει, τα πρόσωπα ήταν ξαναμμένα και τα πουκάμισα ανοιχτά και η κραυγή «Έ-ε-έρχεται!» δέσποζε ουρανομήκης. Οι λαμπάδες, τα βεγγαλικά και οι καμπάνες των εκκλησιών με είχαν συναρπάσει. Ποιος ήταν άραγε εκείνος που περίμεναν και γιατί να μη βρίσκομαι εγώ στη θέση του; Ηγετικές φιλοδοξίες αίφνης ξεπήδησαν από τα έγκατα της ταραγμένης μου ψυχής. Αποφάσισα ότι επιθυμούσα να σταθώ στο επίκεντρο λαμπρών θριάμβων, να με φωτίσουν προβολείς και φλας, να με λατρέψουν οι λαοί. Στο θεό σας, δεν είχα ακόμα συμπληρώσει τα οχτώ, και ζήλευα τον Καραμανλή! «Γιορτάζετε κατόπιν εορτής», είπε ο Τζαίηκομπ. «Εφτά χρόνια σας είχαν καβαλήσει οι συνταγματάρχες και σας χόρευαν στο ταψί κι εσείς ή φλυαρούσατε περί ανέμων και υδάτων ή βρίζατε μεσ’ απ’ τα δόντια σας, όταν δεν τους κάνατε και ρεβεράντζες. Αν περνιόσαστε μάλιστα και για διανοούμενοι κι είχατε τίποτα λεφτουδάκια, πηγαίνατε στο εξωτερικό και οργανώνατε αντίσταση από τα καφενεία και τα φλιπεράδικα, τάχαμου εξόριστοι. Χίλια άτομα μπαινόβγαιναν στις φυλακές κι αυτοί που σακατεύτηκαν μετριούνται στα δάχτυλα του ενός χεριού. Οι υπόλοιποι θα ονομαστείτε τώρα εκ του ασφαλούς αντιστασιακοί και θα γυρεύετε να εξαργυρώσετε τις ανύπαρκτες δάφνες σας. Και θα τις εξαργυρώσετε – δεν αμφιβάλλω». «Και το Πολυτεχνείο πού το βάζεις;» ρώτησε ενοχλημένος ένας παχύσαρκος πολιτικός συντάκτης με μακριές φαβορίτες και μουστάκι κίτρινο από τη νικοτίνη, που ’χε βουλιάξει στο πίσω κάθισμα του τζιπ. «Οι νέοι θυσιάζονται με την ψευδαίσθηση της αθανασίας», απάντησε ο Τζαίηκομπ και πνίγηκε στον τσιγαρόβηχα.
Είχαμε πρόσκληση να παρακολουθήσουμε το υπερθέαμα απ’ τα θεωρεία των επισήμων. Διαβήκαμε με το Land-Rover την πύλη του αεροδρομίου, ο σκοπός μας χαιρέτησε στρατιωτικά και βρεθήκαμε στην πίστα της προσγείωσης. Περασμένα μεσάνυχτα, όμως ο κόσμος εξακολουθούσε ν’ αβγαταίνει. Από κάποια μεγάφωνα ακούγονταν θούρια του Θεοδωράκη και το πλήθος κρατούσε το ρυθμό χτυπώντας παλαμάκια πάνω απ’ τα κεφάλια τους. Άλλοι είχαν στήσει χορό, χοροπηδούσαν ξεδιπλώνοντας κόκκινα μαντήλια. Μα ο Καραμανλής αργούσε. «Ρε, μπας κι είναι φιάσκο και μας κουβάλησαν εδώ χάμω για να μας μπουζουριάσουν όλους μαζί;» αναρωτήθηκε έντρομος ένας μεσήλικας μ’ εργατική εμφάνιση που – άγνωστο πώς – είχε εισχωρήσει στις γραμμές μας. Στο τέλος όμως το αεροπλάνο με τα γαλλικά χρώματα φάνηκε στον ορίζοντα, πλησίασε, προσγειώθηκε, τροχιοδρόμησε και ακινητοποιήθηκε ακριβώς μπροστά μας, σε απόσταση πενήντα περίπου μέτρων. Ο Τζαίηκομπ με σήκωσε στην πλάτη του για να βλέπω. Η πόρτα άνοιξε κι από μέσα βγήκε ένας συμπαθής κομψός κύριος με μπλε σακάκι και χοντρά φρύδια. «Αυτός είναι!» μου είπε ο Τζαίηκομπ. Οι συγκεντρωμένοι παραληρούσαν, οι σειρήνες ξελαρυγγιάζονταν, απ’ τον Λυκαβηττό πέφτανε ομοβροντίες. Ο Καραμανλής σήκωσε το δεξί του χέρι και μας χαιρέτησε πατρικά. «Ωσαννά εν τοις υψίστοις, ευλογημένος ο ερχόμενος!» σχολίασε ειρωνικά ο Τζαίηκομπ κι εισέπραξε δηλητηριώδη βλέμματα απ’ την παρέα των δημοσιογράφων. Δεν φτάνει που τον καταδέχονταν τον κωλοαμερικάνο, αλλά τους σπίλωνε με τις εξυπνάδες του και τις στιγμές της εθνικής και λαϊκής ανάτασης.
«Ο πολύς χαβαλές τελείωσε. Τι προτιμάς, να σε πετάξω σπίτι για ύπνο ή να σε σούρνω στους διαδρόμους των γραφείων μέχρι το πρωί;» με ρώτησε ο Τζαίηκομπ. Είχα πολύ νυστάξει. Ακούμπησα το κεφάλι μου στον ώμο του και βασίλεψα, πανευτυχής που θα ξυπνούσα σε καθεστώς δημοκρατίας.


Για την πλάκα μου το ’κανα

Στα μέσα Απριλίου του 1974 έφτασε στο χωριό μας μια αποστολή από την Αθήνα, αποτελούμενη από ’ναν φιλόλογο, έναν φυσικομαθηματικό, τρεις δημοδιδασκάλους, έναν Αμερικάνο κύριο αγνώστου ιδιότητας και τον σωφέρ τους. Πάρκαραν το κακοπαθημένο από τις ανηφόρες πουλμανάκι τους πλάι στην μάντρα του νεκροταφείου και κατευθύνθηκαν αμέσως στο κοινοτικό γραφείο, στον πατέρα μου, να τον ενημερώσουνε για το σκοπό της επισκέψεώς τους.
Δούλευαν όλοι σ’ ένα πρότυπο ελληνοαμερικανικό σχολείο στην πρωτεύουσα, που ονομαζότανε Κολλέγιο και μόρφωνε την αφρόκρεμα του ελληνικού κατεστημένου. Φοιτούσαν εκεί γιοι βιομηχάνων, γιοι εφοπλιστών, γόνοι πολιτικών οικογενειών με βυζαντινή παράδοση. Οι εγκαταστάσεις ήτανε πολυτελέστατες και επιβλητικές στο έπακρον, το εκπαιδευτικό προσωπικό διαλεγμένο ανάμεσα στους άριστους των αρίστων και η αυστηρότητα παροιμιώδης. Τα δίδακτρα – εννοείται – αστρονομικά. Όμως, οι μαθητές έπρεπε ν’ αποκτήσουν – εκτός από ’ναν ωκεανό γνώσεων – και συνείδηση της κοινωνικής πραγματικότητας. Δεν θα ’τανε επιτρεπτό να μεγαλώσουν μέσα σ’ έναν γυάλινο πύργο, δίχως να υποψιάζονται τι συμβαίνει παραέξω. Σκοπός του Κολλεγίου ήτανε να φτιάξει όχι διακοσμητικούς βασιλείς, πλαδαρούς κληρονόμους αμύθητων περιουσιών, αλλά άτομα με τόλμη και με πυγμή, κατάλληλα να κυβερνήσουν. Έτσι, είχε καθιερωθεί ο θεσμός των υποτροφιών. Επέλεγαν κάθε χρόνο καμιά δεκαριά άξια και φιλότιμα αλλά φτωχά παιδιά από την επαρχία και τα ενέτασσαν στη μεγάλη κολλεγιακή οικογένεια για να αποτελέσουν τον συνδετικό κρίκο με τη ζοφερή ελληνική πραγματικότητα. Τα σπούδαζαν, τα φιλοξενούσαν στο οικοτροφείο του σχολείου και τα τάιζαν εντελώς δωρεάν. Μοναδική τους υποχρέωση, ν’ ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις των μαθημάτων και να συμπεριφέρονται κόσμια. Άμα ολοκλήρωναν τον κύκλο της βασικής και μέσης εκπαίδευσης επιτυχώς κι αποφοιτούσαν από το Κολλέγιο, όλες οι πόρτες θα ’τανε γι’ αυτούς ανοιχτές. Θα ’χαν ξεφύγει δια παντός απ’ τη μιζέρια που τους επιφύλασσε η ταπεινή τους καταγωγή και θα μπορούσανε να διαπρέψουν σε οποιονδήποτε τομέα. Θα ’τανε επιτυχημένοι, συγχρόνως δε και αυτοδημιούργητοι.
Ο πατέρας μου πολύ συγκινήθηκε μ’ αυτές τις ρόδινες περιγραφές, κι ακόμα περισσότερο που είχανε προτιμήσει, από τα τόσα και τόσα χωριά της Ηπείρου, το δικό μας. Σηκώθηκε όρθιος και τους ευχαρίστησε μ’ ένα λογύδριο από κείνα τα στομφώδη και τα δακρύβρεχτα που εκφωνούσε σε κάθε δυνατή περίσταση. Ύστερα προσφέρθηκε να τους υποδείξει – σε συνεργασία ασφαλώς με τον διευθυντή του δημοτικού μας και τους άλλους παράγοντες του τόπου – το παιδί που θα μπορούσε να φανεί αντάξιο της τιμής και να εκπροσωπήσει επαξίως την περιοχή μας, γενέτειρα μεγάλων εθνικών ευεργετών και διδασκάλων του Γένους, στο Κολλέγιο. Επίσης, προσφέρθηκε να τους φιλοξενήσει, όσο θα διαρκούσε η παραμονή τους στο Πάπιγκο.
Ακολούθησε ένα αξέχαστο τριήμερο με γαστριμαργικές κραιπάλες, οινοποσία μέχρις βαθείας μέθης και εκδρομές στα πέριξ. Ο πατέρας μου – το επαναλαμβάνω – ήτανε, κατά κάποιον τρόπο χαρισματικός άνθρωπος. Τους σαγήνευσε τους Αθηναίους, τους ρυμούλκησε στα νερά του και τους οδήγησε ως και σε παρεκτροπές αδιανόητες για πρόσωπα του κύρους τους. Θα πω το πιο εντυπωσιακό μονάχα: τους έπεισε να πηδήξουν τη μάνα μου.
Περασμένα μεσάνυχτα. Ένα δωμάτιο ντουμανιασμένο απ’ τον καπνό και τις αναθυμιάσεις του αλκοόλ, πέντε λάμπες πετρελαίου στα κατάλληλα σημεία ώστε να δημιουργούν ατμόσφαιρα, να μεγεθύνουν τις σκιές στους τοίχους και να χαμηλώνουν το ταβάνι, κι ένα τεράστιο κούτσουρο, με σχήμα εμβολισμένου καραβιού, ν’ απανθρακώνεται στο τζάκι. Οι φιλοξενούμενοί μας, χυμένοι κυριολεκτικά επάνω στις καρέκλες, με τα πουκάμισα ανοιχτά και τα βρακιά λυμένα, να ’χουν επιδοθεί σε μιαν ασυνάρτητη λογοδιάρροια και να βγάζουν στη φόρα ο ένας τ’ άπλυτα του άλλου, χυδαιολογώντας χωρίς σταματημό. Ο πατέρας μου, απόλυτα νηφάλιος, αλλά με το τρελό του μάτι να γυαλίζει, πηγαινοέρχεται ανάμεσα τους και ρίχνει λάδι στη φωτιά. Η μάνα μου έχει γλαρώσει και κάνει προσευχές να νυστάξουνε επιτέλους και να την αφήσουνε στην ησυχία της. Εγώ τα παρακολουθώ όλα από την κλειδαρότρυπα.
Ξαφνικά, ο πατέρας μου χαμογελάει σαρδόνια και κατευθύνεται αλλόφρων προς τη μάνα μου. Την αρπάζει από τους ώμους και την σηκώνει σχεδόν δια της βίας. «Και τώρα επιτρέψτε μου να σας συστήσω τη σύζυγό μου!» ωρύεται. «Την καλή μου γυναικούλα Ανδρομάχη! Συμπληρώσαμε μόλις προχθές», (ψέματα), «δώδεκα έτη εγγάμου βίου και μπορώ να σας καυχηθώ πως εξακολουθεί να με ικανοποιεί απόλυτα! Είναι πονετικιά ψυχή, δουλευταρού, τσαχπίνα, και στο κρεβάτι πετάει σπίθες! Λέω ψέματα, Μαχούλα; Ψεύδομαι;» Η μάνα μου έχει μουγκαθεί απ’ τον τρόμο. «Χειροκροτήστε την, εμπρός!» ουρλιάζει ο πατέρας μου. Οι καθηγητές ενστικτωδώς υπακούνε. «Λοιπόν, εις ένδειξιν απείρου εκτιμήσεως και απεράντου σεβασμού και επειδή, δυστυχώς, διακρίνω στις μορφές σας το απαίσιον φάσμα της αμφιβολίας, εγώ, ο ήρως του Συμμοριτοπολέμου και κοινοτάρχης του χωρίου Πάπιγκο, εγώ αυτήν την άμεμπτη σύζυγο και μητέρα, σας την παραχωρώ για μια νύχτα! Και θα θεωρήσω βαρύτατη προσβολή εναντίον του προσώπου μου και εναντίον του ανδρισμού σας να αρνηθείτε την προσφορά μου, τουτέστιν να μου τρίψετε το δώρο στα μούτρα! Εμπρός, ορμήξτε της!» Οι καθηγητές – εκτός απ’ τον Αμερικάνο που ’χει αποκοιμηθεί και τραυλίζει μες στ’ όνειρό του κάτι αράπικες βρισιές – πλησιάζουν ως πρόβατα επί σφαγήν τη μάνα μου και την κοιτάνε εκλιπαρώντας κατανόηση. Ο πατέρας μου γδύνει το θύμα του, σκίζει το γκριζομάλλινο φορεματάκι και στραπατσάρει τα φτηνά εσώρουχα και το βιάζει πρώτος αυτός, αντιμετωπίζοντας τα γοερά του κλαψουρίσματα με αστραφτερά χαστούκια. Μπροστά σε τέτοιο σαδισμό, τα πρόστυχα ένστικτα των καθηγητών επιτέλους ενεργοποιούνται. Παραλαμβάνουνε την κακομοίρα τη μανούλα μου και της πετάνε διαδοχικά τα μάτια έξω. Κατόπιν την βάζουνε στη μέση, σκεπάζονται με κουβέρτες και φλοκάτες και το ρίχνουν στον ύπνο μέχρι το άλλο μεσημέρι. Απαράλλακτοι η Χιονάτη και οι εφτά νάνοι.
Την επομένη κανείς τους δεν ήθελε να θυμάται το περιστατικό. Φέρονταν με το γάντι στον πατέρα μου και τον καλόπιαναν για να μην τους ανοίξει κουβέντα και τους ζητήσει (με ποιο δικαίωμα;) τα ρέστα. Τη μάνα μου δεν τολμούσαν να την αντικρίσουν. Περάσαμε ένα αμίλητο εικοσιτετράωρο σε ατμόσφαιρα βαρύτατου πένθους. Ύστερα τα μαζέψανε όπως όπως και φύγανε. Όταν τους ξεπροβοδίζαμε, με χαιρέτησαν δια χειραψίας και μου ευχήθηκαν το καλώς όρισες στους στοργικούς κολλεγιακούς κόλπους. Με συμβούλεψαν μάλιστα να μην περιμένω τον Σεπτέμβριο, να πάω απ’ την αρχή του καλοκαιριού στην κατασκήνωση του σχολείου ώστε να ’χω το χρόνο να προσαρμοστώ προτού αρχίσουν τα μαθήματα. Ο πατέρας μου ρούφαγε το τσιγάρο του πανευτυχής. Η μάνα μου τον καμάρωνε – απέραντος σεβασμός και αληθινή λατρεία.
― Ξέρω πως είδες τι συνέβη προχτές το βράδυ κι ελπίζω να κατάλαβες μέσες άκρες περί τίνος πρόκειται. Ένα μονάχα σου λέω: Μη νομίσεις πως έστησα όλην εκείνη την παράσταση κι έγινα κερατάς με πατέντα για χάρη σου – για να σε χώσω στο Κολλέγιο – σιγά τ’ αυγά. Για την πλάκα μου το ’κανα, για να γελάω με τον εαυτό μου.

Κάτι σαν σύμβολο του Πάπιγκου



Το μόνο που θυμάμαι από την προ του 1974 ζωή μου είναι ότι είχα ξυρισμένο κεφάλι και το χειμώνα κρύωνα, καθώς κοιμόμουν σ’ ένα ντιβάνι στο μαγειρείο πλάτη με πλάτη με τον αδελφό μου, ενώ το μοναδικό θερμαντικό σώμα στο σπίτι μας, μια σόμπα με κάρβουνα, βρισκότανε στη σάλα όπου και το διπλό κρεβάτι των γονέων μας. Κάτι αόριστες αναμνήσεις, κάτι συγκεχυμένες εικόνες από τη νηπιακή και πρώτη παιδική μου ηλικία έρχονται κάπου κάπου και φεύγουν χωρίς να συναρμολογηθούν σ’ ένα ενιαίο σύνολο. Τα πρώτα βήματά μου στο χιόνι, το μάλλινο σκουφί που μου ’χε πλέξει η γιαγιά μου λίγους μήνες προτού πεθάνει, το ξενύχτι μπρος στο ανοιχτό της φέρετρο, οι κυνηγετικές επιδόσεις του πατέρα μου – πέντ’ έξι πουλιά δεμένα μεταξύ τους από τα ποδάρια με χοντρό σπάγκο σαν αρμαθιά κρεμμύδια – τα τρία πατριωτικά ποιήματα που απομνημόνευσα κι απήγγειλα ενώπιον όλου του χωριού σε ισάριθμους γιορτασμούς της εικοστής πέμπτης Μαρτίου, η πρώτη κρίση επιληψίας του αδελφού μου. Γενικά περνάγαμε χάλια.
Αυτό άλλωστε αποδεικνύεται περίτρανα κι από τις λιγοστές φωτογραφίες, τις διηγήσεις των συντοπιτών μας και τα επίσημα έγγραφα.
Γεννήθηκα τον Αύγουστο του 1966 στο χωριό Πάπιγκο της Ηπείρου. Ο πατέρας μου ήτανε στα νιάτα του έμπορος αλόγων και κατόπιν γυρολόγος. Γυρνούσε την Ελλάδα μέσα σ’ ένα πανάρχαιο φορτηγάκι και πούλαγε στους αγρότες τόπια υφάσματα, τσίγκινες και πλαστικές λεκάνες, καθρέφτες, κλεφτοφάναρα και φτηνούς πολυελαίους. Καταγόταν από την Πελοπόννησο και είχε πολεμήσει στην Αλβανία και στον Εμφύλιο σκυλίσια. Στη μάχη του Γράμμου τραυματίστηκε και παρασημοφορήθηκε. Έτσι κατόρθωσε – «επ’ ανδραγαθεία» - να διαγράψει τις τρεις καταδίκες για κλοπή και παιδεραστία που του λερώνανε το ποινικό μητρώο. Δεν μπόρεσε όμως, παρ’ όλο που ’χε κάνει ένα φεγγάρι και πρωτοπαλίκαρο κάποιου υπουργού, να πάρει άδεια για να ανοίξει παλαιοπωλείο στο Μοναστηράκι. Στις αρχές της δεκαετίας του ’60 ήτανε πια σαρανταπεντάρης κι είχε βαρεθεί να ταξιδεύει. Έφτασε στο Πάπιγκο, έμεινε δυο βδομάδες και αποπλάνησε την κόρη του παπά. Όχι μονάχα δεν τήρησε εχεμύθεια, όπως τον είχε ικετέψει η μάνα μου, αλλά φρόντισε να διατυμπανίσει το κατόρθωμά του σ’ όλους τους τόνους ώστε να μην μπορούν παρά να τον εκβιάσουνε να την παντρευτεί. Δέχτηκε πανευτυχής την απαίτηση του παπά, διάλεξε το ωραιότερο μαύρο κοστούμι από την πραμάτεια του, πήγε λουσμένος και ξυρισμένος στην εκκλησία και ήρθε εις γάμου κοινωνίαν μ’ ένα ξανθό κοριτσάκι δεκαεπτά ετών. Το μυστήριο ευλόγησε, ως ιερωμένος, ψάλτης και πατέρας της νύφης, ο εκ μητρός παππούς μου, που ήταν σχεδόν συνομήλικός του. Συνέβη στις 24 Δεκεμβρίου 1960, παραμονή Χριστουγέννων. Η μάνα μου βρισκόταν ήδη σε προχωρημένο στάδιο εγκυμοσύνης.
Αμέσως μετά την οικογενειακή του αποκατάσταση, ο πατέρας μου άλλαξε για δεύτερη φορά επάγγελμα και έγινε αγρότης. Έστελνε δηλαδή τη μάνα μου στα χωράφια κι ο ίδιος καθόταν με τις ώρες στο καφενείο και ζάλιζε με ιστορίες τ’ αυτιά των χωρικών. Αν και σχεδόν αμόρφωτος ακαδημαϊκά, είχε το ταλέντο να συναρπάζει τον άλλον, τον οποιονδήποτε άλλον, και να τον κάνει να κρέμεται απ’ τα χείλη του. Δήλωνε αρμόδιος για το κάθε τι και ξεφούρνιζε ψέματα και τερατολογίες με ρυθμό πολυβόλου. Δεν χωρούσε μέση οδός! Ή θα τον έπαιρναν στην πλάκα ή θα τον λάτρευαν. Κατάφερε το δεύτερο. Όταν ο πρόεδρος της κοινότητας του Πάπιγκου εγκαταλείφθηκε από τη γυναίκα του και για να ξεχάσει μετανάστευσε στη Γερμανία, οι χωριάτες εξέλεξαν ομόφωνα τον πατέρα μου διάδοχό του. Στέριωσε στο αξίωμα, έγινε ισόβιος κοινοτάρχης. Ούτε η Δεξιά, ούτε το Κέντρο, ούτε η δικτατορία, ούτε η μεταπολίτευση διανοήθηκαν να τον κουνήσουν απ’ τη θέση του. Έφτασε να θεωρείται κάτι σαν σύμβολο του Πάπιγκου. Αφού και τα καρτ-ποστάλ που τυπώθηκαν με την επέλαση του τουρισμού, εκείνον είχανε φωτογραφία. Κι ας διαθέτει η ιδιαίτερη πατρίδα μου υπέροχα τοπία και σημαντικούς αρχαιολογικούς χώρους.