Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΕΜΕΛΗΣ ΝΙΚΟΣ "Η αναζήτηση". Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΕΜΕΛΗΣ ΝΙΚΟΣ "Η αναζήτηση". Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Μυτιλήνη 1886


Λίγο μετά τα Θεοφάνια του 1886, με το που πιάσανε οι πρώτες Αλκυονίδες, κινήσαμε ξανά όλοι μαζί από Ήπειρο για Μυτιλήνη. Μαζί με τον αδερφό μου ήμασταν επτά, εγώ έκανα κουμάντο. Ήταν μια καλή παραγγελιά από το καλοκαίρι, που ’χα υποσχεθεί πως μόλις ξαδειάζαμε θα την εβάζαμε μπροστά. Ούτε η απόσταση μας τρόμαζε ούτε το καταχείμωνο, ήμασταν συνηθισμένοι. Μ’ ένοιαζε μόνο να προκάνουμε να εκμεταλλευτούμε τις Αλκυονίδες όλες, πράγμα σημαντικό για το ξεκίνημα, να θεμελιώσουμε και να σηκώσουμε στα δύο μέτρα. Αν και ποτέ δεν ξέραμε με ακρίβεια πότε θα ξεκινήσουνε και πόσο θα κρατήσουνε, πιανόμασταν κάθε χρονιά από τη γνώμη των παλιότερων και πορευόμασταν.
Χτίζαμε σπίτια όπου κι αν μας καλούσανε. Σπίτια αρχοντικά, σπίτια απλών ανθρώπων, μέχρι και εκκλησίες, αρκεί να εξασφαλίζαμε όσο καλά γινόταν μια δίκαιη αμοιβή και την αποπληρωμή της. Στη συμφωνία πάντα έμπαινε η εξασφάλιση τροφής και στέγης. Αγαπούσαμε τη δουλειά μας κι ας ήτανε σκληρή. Δουλεύαμε καλά την πέτρα, γιατί την ξέραμε. Γνωρίζαμε τα χούγια της, τη φύση της, πώς την πιάνεις, πώς τη χτυπάς και πού ν’ ανοίγει, πώς τη λαξεύεις, πώς την τοποθετείς και πώς χαντρώνεις. Τα καντούνια τα ’ριχνα πάντα εγώ, το ίδιο και τις βόλτες, βόλτες μικρές, μεγάλες. Εγώ διάλεγα και έριχνα τις πλάκες πάνω από πόρτες, παράθυρα ή παραθούρες και φυσικά εγώ τα θυρώματα και τα σαχνισινιά είτε από πέτρα είτε από δρένιο ξύλο. Άμα μας άρεσαν τα σχέδια, μας έβγαινε και το μεράκι και παιδευόμασταν χάρη της ομορφιάς, για πράγματα που δεν ήτανε στη συμφωνία. Σχέδια απλά μπορούσα και μόνος μου να φτιάξω, σχέδια ξένων όσο περίπλοκα και να ’ταν μπορούσα να διαβάσω. Τα σχέδια με συνεπαίρνανε, δικά μου ή ξένα. Τα θεωρούσα απαραίτητα και για τα απλά τα σπίτια των απλών ανθρώπων. Να είναι με ακρίβεια για να μπορείς από τα πριν να πλησιάσεις την ομορφιά του μόχθου σου πάνω στην πέτρα. Και σαν τελειώναμε κι εγκρίναμε πρώτα εμείς οι ίδιοι μόνοι μας και μέσα μας τους κόπους μας και τ’ αποτέλεσμά τους, τότε ήταν που νιώθαμε περήφανοι σαν να ’τανε δικό μας σπίτι.
Φτάσαμε Σαλονίκη, και αποκεί μ' ένα τσερνίκι συνέχεια για τη Λήμνο και τη Μυτιλήνη. Με το που πιάσαμε στο Κάστρο, βρήκαμε εύκολα αμέσως τα γραφεία του νέου νοικοκύρη στην πρόσοψη του λιμανιού, ανάμεσα σ’ άλλα εμπορικά ναυτιλιακά και ασφαλιστικά γραφεία. Ήτανε έμπορος, μια επιγραφή, φαρδιά πλατιά, με τ’ όνομά του και δίπλα «Εισαγωγαί - Εξαγωγαί». Τον πρόλαβα την ώρα ακριβώς που έκλεινε για βράδυ. Μ’ αναγνώρισε αμέσως και έκανε χαρές μεγάλες για τον ερχομό μας.
Το ίδιο βράδυ ήμουνα κιόλας πάνω από τα σχέδια ενός αρχοντόσπιτου. Σχέδια φτιαγμένα από ξένα χέρια, με πένα λεπτή και ακρίβεια που όμοιά τους είχα δει ακόμη μια φορά στα σχέδια ενός αρχοντικού που είχαμε φτιάξει πριν από τα τρία χρόνια στην Αθήνα. Μα τούτα δω είχανε μια ομορφιά από έναν άλλο κόσμο. Τα μελέτησα μέχρι αργά, πλησίασα σχεδόν χαράματα. Αποκοιμήθηκα κουτσά στραβά πάνω στον καναπέ εκείνου του γραφείου, οι υπόλοιποι είχανε μείνει στο τσερνίκι και ξύπνησα στο άκουσμα του πρώτου σαλεπιτζή που πέρναγε απ’ έξω. Λίγο μετά κατέφτασε κεφάτος ο νέος νοικοκύρης και φύγαμε αμέσως να επισκεφτούμε τη γη που θα χτιζότανε το νέο αρχοντικό του. Με μια μικρή ολοκαίνουρια καρότσα διασχίσαμε την πόλη που ξύπναγε από το φως της Ανατολής και φώτιζε από το πλάι την ομορφιά της. Μέτραγα κτίσματα, γραφεία, μαγαζιά και άλλα τόσα που χτιζόντουσαν ή που δεν είχανε ακόμη τελειώσει. Όπου κι αν κοίταζες φτιαχνόταν κάτι καινούριο, ετοιμαζόταν κάτι μεγαλύτερο. Αφήσαμε την πόλη και φτάσαμε λίγο πιο έξω, στ’ Ακλειδιού, κοντά σε άλλα αρχοντικά, δυο απ’ αυτά ακόμα με τις σκαλωσιές. Κοιτάζανε στη θάλασσα και στα βουνά της Μικρασίας. «Κι ο απέναντι γιαλός είναι δικός μας, Μυτιληνιός, κι ό,τι βλέπει το μάτι σου κι ακόμη παραπέρα. Από το Αϊβαλί μέχρι την Πόλη και τη Σμύρνη τα τσιφλίκια και η αγορά μας, από τη Μαύρη Θάλασσα μέχρι το Κάιρο οι δουλειές μας», παινεύτηκε ο νέος νοικοκύρης φχαριστημένος για όσα υπήρχανε κι ακόμη πιο πολύ για όσα περίμεναν. Όμως δεν ήταν μόνο το εμπόριο που ευλογούσε. Κάθε τόσο κάποιους δεν τους χώραγε η Μυτιλήνη, περνάγανε απέναντι, βάζανε πόδι σ’ ολόκληρο το σαντζάκι τ’ Αίβαλιού, παίρναν σιγά σιγά στα χέρια τους τη γη και το εμπόριο. Αυτοί και τόσοι άλλοι Ρωμιοί απ’ όλο το Αιγαίο αλλά και από την Ήπειρο και τη Μάνη χρόνια τώρα τραβούσαν ανατολικά, στήνανε νέο σπιτικό και οικογένεια, προκόβανε παντού και γρήγορα και τα φιρμάνια πότε έτσι, πότε αλλιώς, τους εγγυόντουσαν την προκοπή τους. Και όσο για τους Τούρκους, σιγά σιγά τραβιόντουσαν κατά μέσα, χάνοντας ασταμάτητα δύναμη, επιρροή και έτσι ειρηνικά την εξουσία. Είδα το κτήμα και του υποσχέθηκα ότι το νέο του σπιτικό θα είναι αντάξιό του.
Στο γυρισμό περάσαμε από την αγορά. Σ’ όλο το δρόμο δε σταμάτησε να μου λέει για τη ζωή της Μυτιλήνης. Τις φασαρίες που είχανε με τον Κεμάλ-μπέη, Μουτεσαρίφη όλου του νησιού, που όμως κατάφεραν έπειτα από κόπους να τον διώξουνε σε συνεννόηση με την Πύλη και όλους τους Πρόξενους των δυτικών. Τους οικονομικούς ορίζοντες που όλο και μεγάλωναν, τα σχέδια τα δικά του κι όσων γνωστών του ήξερε, τις πόρτες που ανοίγονταν με το θαλασσινό εμπόριο, τα κέρδη εκείνων που στήσανε τα πρώτα εργοστάσια μα και τις έγνοιες που ’χε σαν πατέρας. Πως είχε ακόμη κόρη της παντρειάς, μπελάς και αυτός, κι η προίκα που θα ’πρεπε να της μετρήσει ακόμη πιο μεγάλος. Πως γαμπροί υπήρχαν και τη θέλανε, μα πως αυτή ήθελε έναν Άγγλο από τα Πάμφιλα, που όμως αυτός δεν είχε μάτια να τη δει. Πως η γυναίκα του ήταν γκρινιάρα, αλλά δε θα ’πρεπε να δίνω σημασία. Αυτός αποφάσιζε για όλα. Πάλι καλά!
Στην αγορά από το βουητό δεν άκουγες τι έλεγε ο διπλανός σου. Τα καφενεία μακρόστενα, είχανε πρόσωπο και στους δύο δρόμους και αυτό τα ζωντάνευε ακόμη πιο πολύ. Τα διέσχιζες καλημερίζοντας κι έκοβες δρόμο. Στο καφενείο που σταματήσαμε για έναν καφέ, όλοι μιλούσαν μ’ όλους, καλημερίζαν κι αντικαλημέριζαν, δύο ειδήσεις πέταγε κάποιος μεγαλόφωνα για όποιον ενδιαφερότανε, κάποιος άλλος έδινε χρωστούμενες απαντήσεις σε κάποιον περαστικό που έμπαινε, στο πόδι κλεινόντουσαν συναντήσεις για πιο ύστερα, η μια πίσω από την άλλη, φιστικοπώλες και γιαουρτζήδες πλανόδιοι με γάλα και γιαούρτι σούρτα φέρτα από μαγαζί σε μαγαζί, παραγγελιές προφορικές δεν ήξερες από ποιον σε ποιον, αλλά πως φαίνεται όλοι συνεννογιόνταν, κι οι καφετζήδες να μπαινοβγάζουνε στη χόβολη τα μπρίκια πιο σβέλτα από τους βιαστικούς πελάτες τους. Ο χρόνος έτρεχε γι’ αυτούς και αυτοί τρέχαν μαζί του. Ντυμένοι με ρούχα ευρωπαϊκά, ξεχώριζαν αμέσως απ’ τους Τούρκους. Γι’ αυτούς δεν υπήρχε χρόνος, δεν υπήρχε ενδιαφέρον, μπορεί και να μην καταλαβαίναν. Οι πιο πολλοί από την κακοδιαχείριση χρώσταγαν δάνεια στους δικούς μας. Μα μέσα στον ίδιο καφενέ, φιλικά κι ειρηνικά, μαζί μ’ αυτούς παίζανε τάβλι ή ντάμα και βούλιαζαν στο ραχάτι τους, στο καφεδάκι τους και στους καπνούς του ναργιλέ τους.
Νίκος Θέμελης
«Η αναζήτηση»
 

Όλα τα αποσπάσματα από το ίδιο βιβλίο, εδώ

Ο Αλλάχ με βοήθησε και δεν αλλαξοπίστησα

Ήταν ψηλός, ξερακιανός, με μύτη μεγάλη και γαμψή, με μάτια δυνατά, σαν αετού από τα μέρη τα δικά μας, γεροδεμένος κι ας ήταν σίγουρα χρόνια αρκετά πάνω από μένα. Τον ρώτησα τι έχει κάνει για να του φέρονται έτσι, εδώ σ’ ένα μέρος όπου Χριστιανοί κι Οθωμανοί ζούσαν μαζί, όπως μου λέγαν όλοι μονοιασμένα. «Δεν είμαι μήτε Οθωμανός, μήτε Ρωμιός», μου αποκρίθηκε. Τον λέγαν Μεχμέτ και ήτανε από τη Μάλτα. Μπορεί να κράταγε από Σαρακηνούς. Κόντευαν είκοσι χρόνια που το καράβι τους ένα βράδυ έπεσε σε ξέρα πάνω, πνίγηκαν όλοι και μόνο ο Αλλάχ μπορεί να ξέρει πώς σώθηκε αυτός και βγήκε ζωντανός μέχρι τα βράχια. «Στην αρχή πήγαν να με κρεμάσουνε», συνέχισε, «μα κάτι έγινε και ο Αλλάχ μπήκε στη μέση και μου χαρίσαν τη ζωή. Δε θέλησα ποτέ πια να φύγω από δω, γιατί δεν ήξερα τι άλλο θα μπορούσα πια να συναντήσω, ούτε κι αν ο Αλλάχ θα έβρισκε πάντα καιρό για να με σώνει. Για καιρό έτρωγα ό,τι άφηναν οι σκύλοι και ψάρια ωμά που τα πετούσαν μετά το ψάρεμα για άχρηστα πίσω στη θάλασσα. Έκανα συντροφιά με τις φώκιες σαπέρα στις σπηλιές. Στην αρχή με φοβόντουσαν. Βδομάδες, μήνες δε μου μιλούσε άνθρωπος, με βλέπαν τα παιδιά και φεύγαν, άλλα με παίρναν με τις πέτρες. Με δείχνανε και λέγανε: “Ο πειρατής, ο πειρατής!” κι εγώ τους έλεγα: “Μεχμέτ, Μεχμέτ”, κι αυτοί λέγανε: “Ο πειρατής!” Μια μέρα που μάζευα στα βράχια πεταλίδες, γλίστρησα κι έπεσα κάτω. Χτύπησα το κεφάλι μου κι έμεινα στον τόπο. Όταν ξύπνησα μ’ είχε περιμαζέψει ο γέρος του πάπα-Φώτη. Έβλεπε ακόμη τότε. Μου ’δωσε νερό, ψωμί, τυρί, καρπούζι. Είχα να φάω τυρί από τότε που είχα φύγει από τη Μάλτα. Αλλά κι εκείνος με φοβότανε, είχε γυναίκα νέα, την άλλη μέρα έβαλε σε έναν ντουρβά δυο τρία πράγματα και μου ’πε: “Ινσαλάχ και στράτα καλή!” Στο χωριό μαθεύτηκε πως με είχε περιμαζέψει, πήγαν τον βρήκανε, μέχρι κι ο Καϊμακάμης ανησύχησε που κάποιος άνθρωπος μού είχε φερθεί λίγο καλύτερα από σκύλο. Καιρό μετά, που αρχίσανε σιγά σιγά κάποιοι να μου μιλάνε, μου είπανε πως τότε ο γέρος του παπα-Φώτη είπε στον Καϊμακάμη: “Αγά μου, δεν είναι πειρατής, Σαρακηνός μονάχα είναι”. Κι εκείνος τον ρώτησε ποια είναι η διαφορά κι ο γέρος του παπα-Φώτη του εξήγησε κι ο Αγάς στο τρίστρατο της αγοράς όταν ρωτήθηκε, είπε: “Δεν είναι πειρατής, μονάχα είναι ένας Σαρακηνός”. Κι από τότε, όλοι με λέγανε Σαρακηνό και πάψανε σιγά σιγά να με φωνάζουν Πειρατή. Από τότε άρχισα να ζω, χωρίς να αισθάνομαι ντροπή. Τα καλοκαίρια κοιμόμουνα στη Σκάλα έξω, κάτω απ’ τις βάρκες του ταρσανά και το χειμώνα γύρναγα και πήγαινα στο κοιμητήρι. Ένας γύφτος μού είχε φτιάξει κλειδί για την εξώπορτα της εκκλησιάς, έμπαινα μέσα και κοιμόμουνα στις πλάκες, πιο σίγουρος πως έτσι τα χαράματα απ’ την παγωνιά θα ξύπναγα και θα έβγαινα κρυφά από το κοιμητήρι όσο ήτανε σκοτάδι ακόμη.
»Καιρό πολύ μετά, καθόμουνα μια μέρα στον τσεσμέ της αγοράς, έπινα νερό και περίμενα, χωρίς να ξέρω τι. Εκείνη τη στιγμή φάνηκε πάνω στ’ άλογο ο Αγάς. Μαζεύτηκαν όλοι γύρω του για να τον χαιρετήσουν και να δηλώσουνε το σεβασμό τους κι ο Αγάς χαρούμενος όσο ποτέ, μ’ ένα γέλιο μέχρι το φέσι, τους είπε ότι έχει γιο και πως τον λένε Αχμέτ κι από δω και πέρα όλοι θα πρέπει να ξέρουνε το όνομά του. Όλοι γύρω τον χαιρετάγανε κι ο καθένας του ’δινε κι από μια ευχή. Καθόμουνα κι εγώ πιο πέρα και μετρούσα τη χαρά των άλλων. Με είδε τότε ο Αγάς, έσμιξε τα φρύδια του, σκοτείνιασε και με ρώτησε γιατί ’μαι σκεφτικός, τι έχω στην καρδιά μου και να του την ανοίξω. “Χαίρομαι με τη χαρά σου, εφέντη”, του ’πα. Κάπως γαλήνεψε και ξαναρώτησε ποιο είναι το όνομά μου. “Μεχμέτ, εφέντη”, του απήντησα, “Μεχμέτ”. Σκέφτηκε λίγο κι είπε: “Αφερίμ, το γιο μου Αχμέτ και σένα Μεχμέτ”. Τσίγκλησε το άλογο και πήρε το δρόμο για την κατηφόρα. Από τότε έπαψα να ’μαι ο Σαρακηνός, κι άρχισαν όλοι να με φωνάζουνε Μεχμέτ και να υπάρχω. Άρχισαν να μου δίνουν θελήματα, να με ζητούν στους μπαχτσέδες, στα λιόδεντρα, στη Σκάλα, όταν ερχόντουσαν βαριά εμπορεύματα και δυσκολεύονταν να ξεφορτώσουν. Μα μες στο σπίτι τους δεν κόταγαν να με βάλουν. Τότε ήταν που ο πατέρας του παπα-Φώτη μια μέρα Κυριακή πρωί στον καφενέ είπε πως κάποιος πρέπει να φυλάει το κάστρο. Απόρησαν όλοι κι εγώ μ’ αυτούς, όταν μου είπανε να πάω να μείνω στο κάστρο, μέχρι που γρήγορα κατάλαβα πόσο σωστή απόφαση ήτανε αυτή και πόσο θα άλλαζε η ζωή μου. Βρήκα έτοιμο ένα ντάμι και από τότε έχω το πιο μεγάλο σπίτι στον Μόλυβο. Μετά μου εμπιστεύθηκαν να φυλάω και τα στάρια.
»Κάτω απ’ το κάστρο στα τελευταία σπίτια, έμενε τότε μια γριά άρρωστη, δεν μπορούσε να κουνηθεί, πονάγανε τα κόκαλά της. Είχε κομπόδεμα γερό και γιο που πήγαινε από τα μέρη μας απέναντι και πάλι πίσω, μα που με τον καιρό η μάνα του τον έβλεπε όλο και πιο λίγο. Είχε αποκτήσει στ’ Αδραμύτι βιος και κτήματα και ζούσε με μια Τουρκάλα κι αυτό ήταν ο καημός της. Με φώναξε μια μέρα και μου πε: “Θα με φροντίζεις και εγώ θα σου μάθω ελληνικά και τούρκικα, θα σου δώσω και κάνα δυο κατσίκες, θα πούμε ότι είναι δικές μου, μα θα τις έχεις όλες εσύ, αλλά για όλα αυτά θέλω ένα πράγμα: Να βαφτιστείς, να γίνεις χριστιανός και να σε λέμε Ιγνάτιο”. Ρώτησα και ξαναρώτησα τι μου είχε πει, δυσκολευόμουνα να καταλάβω, στο τέλος σιγουρεύτηκα ότι ήθελε να γίνω Χριστιανός. Τότε της είπα πως συμφωνώ, μα πως θα ’πρεπε πρώτα να μάθω καλά τα ελληνικά, γιατί δεν ήτανε σωστό να είμαι Χριστιανός και να μην ξέρω ελληνικά. Τη βρήκε την απάντηση σωστή κι αρχίσαμε να ζούμε με αυτή τη συμφωνία, μέχρι που μια μέρα η γιαγιά πέθανε, εγώ είχα μάθει τούρκικα κι ελληνικά σαν να ’μουν Μολυβιάτης, μου ’μειναν οι κατσίκες της, οι κότες της και πάνω απ’ όλα τ’ όνομά μου, Μεχμέτ. Ο Αλλάχ με βοήθησε και δεν αλλαξοπίστησα».
Νίκος Θέμελης
«Η αναζήτηση»

Όλα τα αποσπάσματα από το ίδιο βιβλίο, εδώ

Ανάλογα πώς τα διαβάζεις

Η νόνα καθότανε στην άκρη και παρακολουθούσε σιωπηλή όλο το βράδυ. Μόλις αποδειπνήσαμε με φώναξε στο μαγειρειό, με κάθισε στο μαρμαρένιο το τραπέζι κι άρχισε να μου λέει: «Γιε μου, τα πράματα είναι έτσι, μπορεί όμως να ’ναι και αλλιώς. Ανάλογα ποια αλήθεια ξέρεις, η ποια αλήθεια θέλεις να δεις. Θα σου πω μια ιστορία. Είσαι μεγάλος πια, έχεις μυαλό κι εσύ θα κρίνεις. Ο θειος σου ο Κωνσταντής ήτανε πράγματι έτσι όπως λέει ο πατέρας σου, ο πιο όμορφος, ο πιο λεβέντης, ο πρώτος γαμπρός στα μέρη μας. Σε όλα ήτανε πρώτος, εξόν από ένα. Απ’ τη δουλειά. Μην του έλεγες να κάτσει και να δουλέψει ή να φροντίσει ή έστω να νοιαστεί τα κτήματα του παππού σου. Ολημερίς κι ολοβραδίς γύρναγε από δω κι από κει καβάλα στ’ άλογο και κάθε μέρα δυο φορές φρεσκοπλυμένα ρούχα. Κυνήγι, τάβλι και ρακή και κάτι παστρικιές στη Σμύρνη. Νύχτες και νύχτες τον έφερνε πίσω τ’ άλογο του. Είχε πιο πολλά μυαλά από τον ίδιον. Ο λεβέντης ο Κωνσταντής, ο Κωνσταντής-εφέντης, που λέγαν πως τα χέρια του τις μπότες ποτέ δεν τις είχανε αγγίξει, είχε ένα φίλο καρδιακό. Το γιο του Αγά. Ίδια μυαλά, ίδιο παράστημα κι ίδια σουσούμια. Έτσι τα είχαν τακιμιάσει. Γυρνάγανε μαζί, αυτοί κι αν ήτανε αδέρφια, κι όπου ένας, εκεί κι ο άλλος, ό,τι ήθελε ο ένας, να τρέξει πρώτος ο άλλος να του το προσφέρει. Ο Κωνσταντής μας ήτανε ο μόνος Χριστιανός που είχε με το έτσι θέλω του Αγά το προνόμιο να απαντά στο δρόμο Τούρκο και να μην ξεπεζεύει απ’ τ’ άλογό του. Να μπαίνει καβάλα στ’ άλογο σε ξένο σπίτι, όσο και όπως επιτρεπόταν απ’ τις συνήθειες και τα φιρμάνια για τους Τούρκους, καβάλα και στον καφενέ σαν η ρακή τον είχε αφηνιάσει. Όπου κι αν πήγαιναν οι βερεσέδες ήταν ανοιχτοί και κάθε τόσο ερχόντουσαν λογαριασμοί, μια στον παππού σου, μια στον Αγά, κι οι δυο καμάρωναν κι οι δυο επλέρωναν, σα να ’τανε κι οι δυο παιδιά τους. Είναι αλήθεια πως τους καμαρώναμε και κάθε τόσο κάναμε και τα στραβά μάτια για πράματα που σ’ άλλους ίσως δε θα είχαμε συγχωρέσει.
»Κάποτε ο παππούς σου εσκέφτηκε πως ήτανε καιρός να τον παντρέψει, να τον νοικοκυρέψει και να τον συμμαζέψει γύρω απ’ τα κτήματά του. Του βρήκε δυο νύφες με προίκες τρανταχτές, τη μια καλύτερη απ’ την άλλη. Τη μια από τη Σμύρνη, την άλλη από την Μεναιμένη. Όμορφη η Σμυρνιά, πιο όμορφη κι από την Άννα. Μα ο Κωνσταντής βρήκε κουσούρια και στις δυο και είπε όχι. Στην πίεση τότε του πατέρα του ξεστόμισε πως ήθελε άλλη. Την είχε δει σε ένα πανηγύρι. Της μίλησε και δεν του μίλησε. Εκείνη ήθελε και μόνο εκείνη. Το ’πε για να ξεφύγει, μια κι ήταν παρακατιανή κι ήτανε σίγουρο πως ο πατέρας του θ’ αρνιόταν; Την αγαπούσε στα κρυφά και κανένας μας δεν το ’ξερε; Ποτέ μας δεν το μάθαμε. Ο πατέρας του, λοιπόν, αμέτι μουχαμέτι ήθελε να τον περιμαζέψει, το σκέφτηκε μια, το σκέφτηκε δυο, την τρίτη το αποφάσισε και λέει: “Καλά, λοιπόν” και στέλνει προξενιό για την Ειρήνη, την κόρη του παπά, από ένα χωριό απάνω στο Γκεντίζ εδώ πιο έξω. Μέρες μετά ήρθε η απάντηση και ήταν “Όχι”. Τι έγινε, δε λέγεται. Ποιος είδε τον Θεό και δεν τον φοβήθηκε. Μέχρι που σήκωσε χέρι στην άμοιρη την προξενήτρα, πως χάλασε η ίδια το προξενιό με την ασχήμια της και τη φαφούτικη φωνή της. Ήτανε σεβντάς ή μόνο περηφάνια πληγωμένη, κανείς δεν ξέρει. Ο Κωνσταντής εφρίαξε, βουρλίστηκε, απείλησε, πείσμωσε: “Κι αν δεν την αγαπώ, τη θέλω”. Έσυρε κι έπεσε με παρακαλητά στα πόδια της Ειρήνης, γονάτισε μπρος στον παπά ζητώντας την ευχή του. Το “Όχι” ήταν “Όχι” και δεν ξεχώριζες αν ήταν του παπά ή της Ειρήνης. Τρεις μέρες κράτησε ο χαλασμός και μετά τσιμουδιά, να μην το μάθει κανείς, μην ντροπιαστούμε κι από πάνω. Κι είναι αλήθεια πως το μυστικό κρατήθηκε ανάμεσα σε τέσσερις πέντε που το ξέραν. Με στέλναν κάθε τόσο στο μεϊντάνι ή σε πανηγύρια να στήσω αυτί, να μάθω αν συζητιόταν τίποτις, αν είχε ξεγλιστρήσει κατιτίς απ’ τον παπά ή την Ειρήνη.
»Πέρασαν μέρες, ξυπνάμε ένα πρωί και βλέπουμε επάνω στο τραπέζι της αυλής βουνό τα πρώτα σύκα. Τα βλέπει ο παππούς και με φωνάζει. “Διάλεξε τα πιο καλά, βάλ’ τα σ’ ένα πανέρι και σύρε στον Αγά να φάει να ευχαριστηθεί, που είναι και δυσκοίλιος.” Ο φίλος του ο Αγάς ήτανε και Καϊμακάμης του Καζά της Μανησάς. Πηγαίνω στον Αγά τα σύκα για πεσκέσι, μου δίνει ολόφρεσκο τυρί μην και γυρίσει άδειο το πανέρι και πάνω που φεύγω μου λέει: “Μπρε, για έλα δω”. Και τι μου λέει; Πως ο μονάκριβός του γιος στο στρώμα είχε πέσει απ’ το σεβντά για κάποια Χριστιανή. Και αν μπορώ να μάθω τι είναι αυτή και πόση προίκα έχει και για τους κόπους μου και για το στόμα μου κλειστό θα είχα ένα γρόσι. Τον ρώτησα, “Ποια είναι, εφέντη” και μου ’πε πως τη λέγανε Ειρήνη, ήτανε κόρη παπά, απ’ ένα χωριό απ’ τα δικά μας στο ποτάμι. Σκιάχτηκα, του ’πα πως ο αφέντης μας δε με αφήνει να ’βγω από την αυλή μας, του ζήτησα συγχώρεση, του φίλησα το χέρι κι έφυγα και μήτε με ματαείδε. Πέρασαν μέρες, μπορεί και βδομάδες. Έρχονται τα βαφτίσια σου, καθυστερημένα τα κάναμε, μαζί με τα βαφτίσια της Άννας, και κάνει ο πατέρας σου μεγάλο γλέντι. Ήρθε και ο Αγάς και κάποιοι λένε πως ήπιε μέχρι και κρασί. Από νωρίς ο θειος σου ο Κωνσταντής-εφέντης αγκαλιά με τον γιο του Αγά χωράτευαν και πίνανε μια στ’ όνομά σου, μια στ’ όνομα της Άννας, μια στ’ όνομα του Χριστού και μία στου Μωάμεθ. Και μη χειρότερα. Κάποια στιγμή τους πιάνει το μάτι μου να κάθονται πάνω από το πηγάδι και να κουνιούνται μια έτσι μια αλλιώς απ’ το πολύ μεθύσι. Πάω κοντά τους για να δω μην παραπέσουν και τους ακούω και τους δυο να κλαιν για την Ειρήνη. Καθόντουσαν και λιώναν και βογκούσαν αγκαλιά για το κακό που είχαν πάθει, τη μοίρα που ’θελε τα δυο αδέρφια να χωρίσει για την Ειρήνη, μπας κι ήθελε άλλον ή μην και ήτανε πόρνη. Γύρισα κι έφυγα, τους άφησα μέσα στα ξερατά τους. Λίγο μετά τους είδα ν’ ανοίγουν την αυλόπορτα, να βγαίνουν μαζί κι αμέσως μετά τα πέταλα των αλόγων τους που απομακρύνονταν από το σπίτι. Τι έγινε, όρκο να πάρω δεν μπορώ. Εσύ να ζυγιάσεις, εσύ να κρίνεις. Την άλλη μέρα βρήκαν σφαγμένη την Ειρήνη. Να τσ’ έχει φύγει όλο το αίμα απ’ το λαιμό και μια μαχαιριά βαθιά μες στην καρδιά πέρα ως πέρα. Τρεις μέρες εμοιρολογούσανε, σαράντα καταριόνταν. Η συμφορά έφτασε μέχρι τη Σμύρνη και πριν προφτάσουν να τη θάψουνε, κατάφθασε ο Αλαήμπεης με δυο αρματωμένους και άρχισε να ρωτάει. Βγάλανε και απόφαση πως ήτανε ληστές που θέλανε να κλέψουνε την εκκλησία. Και ο Αγάς, που ήτανε και Καϊμακάμης, έστειλε με τον Αλαήμπεη πέντε έξι ύποπτους στον Ντιβάν Ρεϊσσί να κρίνει αυτός και ν’ αποφασίσει. Απάνω εκεί, έτσι αναπάντεχα, χωρίς συζήτηση καμιά μέσα στο σπίτι, έφυγε ο Κωνσταντής, να πάει στην Πόλη να σπουδάσει. Δυο μέρες μετά έφυγε κι ο γιος του Αγά. Κι εκείνος για την Πόλη. Κανένας δεν τους ματαείδε πια, κανείς δεν έμαθε τι απογίναν κι ας λένε μαντάτα από δω κι από κει, εγώ σου λέω όλα παραμύθια. Γι’ αυτό, γιε μου, τα πράγματα μπορεί να είναι έτσι, μπορεί να είναι κι αλλιώς, ανάλογα πώς τα διαβάζεις»
Νίκος Θέμελης
«Η αναζήτηση»

Όλα τα αποσπάσματα από το ίδιο βιβλίο, εδώ

Λες κι έδωκε την ψυχή του αντίδωρο

«Στους δύσκολους καιρούς το σπίτι πρέπει να ’χει αφέντη». Αυτή η κουβέντα της έμεινε και μετά από εκείνη την επίσκεψη την έλεγε και την ξανάλεγε κι όταν πέρναγαν μέρες δίχως να την πει, της την θύμιζα εγώ. Τον γαμπρό τον είχαμε βρει, καλύτερος δεν εβρισκόταν. Το ζήτημα ήτανε να πει το «Ναι» η Άννα, που σαν της μίλαγες για προξενιό έσκουζε σαν δαιμονισμένη. Η Άννα μόνο ένανε φοβότανε και λάτρευε συνάμα. Σ’ αυτόν επάνω απόθεσε η κυρά μου και όλες μας τις ελπίδες. Περίμενε υπομονετικά μέρες και μέρες μία από κείνες τις αναλαμπές που πότε πότε έδειχνε ο Αντών-εφέντης. Και στην πρώτη ευκαιρία έπεσε πάνω του σαν σιρόπι, καλά προετοιμασμένη, να μιλάει αργά, να του λέει τι θ’ απογίνει η οικογένεια, κορόνα την είχε ο μακαρίτης, τι έλεγε ο φίλος του ο Ιγνάτιος για τους δύσκολους καιρούς που ερχόντουσαν, για τους κινδύνους, πως η ευτυχία όλων μας και ιδιαίτερα της Άννας μα κι όλα τα υπάρχοντά μας από το γάμο εκείνο εξαρτιόταν. Και όχι με τον οποιονδήποτε αλλά με τον Νικολή και πως αν δεν του πει το «Ναι» να μην την αφήσει να ’βγει από την κάμαρά του. Να την τρομάξει αν χρειασθεί και να της πει πως απ’ τη στενοχώρια του θα τον πεθάνει. Αυτά και τόσα άλλα, πού να τα θυμηθώ. Η Άννα καθόταν εκείνο το πρωί και έγραφε τα γράμματά της. Τη φώναξε η μάνα της, την έμπασε στην κάμαρα του Αντών-εφέντη κι έκλεισε πίσω της την πόρτα. Απόμεινε ακουμπισμένη πάνω της ν’ αφουγκράζεται τι θα λεγόταν κι εγώ γονατιστή μπροστά στην κλειδαρότρυπα να κάνω το σταυρό μου.
Κι ο Αντών-εφέντης σύρθηκε τότες με τον καλό αγκώνα του πάνω στις μαξιλάρες, μάζεψε όλες τις δυνάμεις που του είχαν απομείνει σ’ αυτόν τον κόσμο και χωρίς να βάλει ή να βγάλει λέξη, άρχισε να λέει απ’ την αρχή με τη σειρά όσα τον είχε δασκαλέψει η κυρά μου. Και κάθε τόσο ζοριζόταν κι έχανε τα λόγια του κι απ’ την πολλή προσπάθεια να ψευδίζει, με το χέρι το καλό να προσπαθεί τα χείλια του να στρώσει, και να τρίβει το λαιμό του για να ’βγει η λαλιά του. Μέχρι και το μικρό δαχτύλι του στο χέρι το κουλό άρχισε να σιγοτρέμει. Κι έπεφτε πίσω λαχανιασμένος και πάνω που λέγαμε πως απόκαμε, πως άχνα πια δεν μπόραγε να ξεστομίσει, έπιανε ξανά τη σαΐτα εκεί που την είχε αφήσει κι άρχιζε μια το στημόνι μια το υφάδι. Και μόλις απόσωσε η Άννα την πρώτη φράση της, έκανε σαν να μην την είχε ακούσει, σαν ο ίδιος να μίλαγε για πρώτη φορά. Και να και ξανά, δε σταμάταγε, λες και η Άννα του ’λεγε με το στόμα της και με τα μάτια της συνέχεια «Όχι». Να ’μαστε κρεμασμένες μπροστά στην πόρτα, ν’ ακούμε τους λυγμούς της Άννας και τα παρακαλητά της για να τη λυπηθεί κι άλλο να μην την πιέζει. Κι εκείνος όσο δεν της έβγαζε το «Ναι», με κάθε λόγο του να μαστιγώνει και να την κομματιάζει, μιαν αυτή και τρεις φορές τη γεια του. «Εδώ με έστειλες την πρώτη φορά και από δω θα με σηκώσουν τώρα», όταν της μούγκρισε, η Άννα δάγκωσε το χέρι της, τις φλέβες της να κόψει και το κλάμα της έγινε τσιρίδα, να την ακούει ο μαχαλάς, να σου σηκώνεται η τρίχα. Να με κρατάει η κυρά μου, έτσι όπως ήμουνα δίπλα της, από τον ώμο κι από την αγωνία της τα νύχια της να με ματώνουν κι εγώ να της κρατώ σφιχτά το χέρι πάνω μου κι ας μου ’κοβε ο πόνος την ανάσα. Κι όταν με τα σαγόνια να χτυπάνε μέσα στ’ αναφιλητά κάτι απάντησε η Άννα, εκείνος συνέχισε σαν δαίμονας με την ίδια δύναμη, λες και τη μάζευε όλα τα χρόνια τής σιωπής στάλα στάλα στα φυλλοκάρδια του για κείνη τη στιγμή: «Δεν θέλω υπόσχεση. Όρκο θέλω. Όρκο. Να μου ορκιστείς γονατιστή». Από το στόμα της έβγαινε φωνή που νόμιζες πως ήθελε να συνταιριάξει λόγια, κάτι να πει, μα ο πόνος της πάγαινε το στόμα πέρα δώθε. Δεν άντεξε η κυρά μου άλλο και μπήκε στην κάμαρη, ξοπίσω της κι εγώ και βρήκαμε την Άννα πεσμένη στο πλάι του κρεβατιού, κουρέλι, να του κρατάει το χέρι το καλό με το μεγάλο δαχτυλίδι και πάνω του να κλαίει με λυγμούς, να θέλει κάτι να πει μα η φωνή πια να μη βγαίνει, να σπαρταράει η σαγόνα της, το στήθος της να χτυπιέται πάνω κάτω, να τρέχουν τα δάκρυά της πάνω στα δάχτυλά του κι από το κλάμα και τον πόνο να φεύγουν απ’ το στόμα της μέχρι και σάλια. Κι ο Αντών-εφέντης ακίνητος, μόνο τ’ αριστερό δαχτύλι του να μη λέει να ησυχάσει. Έτρεξε η κυρά μου στο προσκεφάλι του, έσκυψε από πάνω του κι άρχισε με το μαντίλι της να του σφουγγίζει τον ιδρώτα και να τον καθησυχάζει. Κι όταν η Άννα απόπεσε στο πάτωμα κρατώντας του ακόμα το δεξί του, εκείνος σήκωσε το βλέμμα του στην κυρά μου από πάνω του και την εκοίταξε πρώτη φορά έτσι σε όλη τη ζωή του. Σαν να ’θελε να πάρει για πρώτη φορά την έγκρισή της. «Ελένη μου, τα είπα καλά;» ψιθύρισε. Και πρώτη φορά ακούστηκε στο σπίτι τ’ όνομα της κυράς μου το πραγματικό. «Αντώναινα» τη φώναζε μέχρι τότες, «Αντώναινα» τη λέγαμε κι όλοι μας. Κι εκείνη πήρε στην αγκαλιά της το κεφάλι του, μούσκεμα και κατακόκκινο, το χάιδευε, τον ηρεμούσε και του ’λεγε, σαν να τον συγχωρούσε για όσα είχε τραβήξει μια ζωή: «Δεν υπάρχει πια Ελένη, Αντώνη μου, μόνο Αντώναινα, μόνο Αντώναινα», και τρέχανε τα δάκρυά της, έτσι όπως τρέχανε βουβά κάθε φορά που της κακομιλούσε. Μόνο σαν έβγαλε εκείνη τη δεύτερη τσιρίδα η Άννα, είδαμε πως ο Αντών-εφέντης είχε ξεψυχήσει στα χέρια της κυράς μου. Λες κι έδωκε την ψυχή του αντίδωρο σαν πήρε με όρκο την ψυχή της Άννας.
Νίκος Θέμελης
«Η αναζήτηση»

Όλα τα αποσπάσματα από το ίδιο βιβλίο, εδώ

Ήρθε ο ήλιος και σκοτείνιασε κι ας έλαμπε καρσί έξω


Στους εννιά μήνες η Άννα έκανε το πρώτο της παιδί, τον Γιώργο, απανωτά στους έντεκα, το  δεύτερο, τον Κώστα και ίσα που πρόλαβε να πάρει μια ανάσα,  στον τρίτο χρόνο έκανε τον Αντωνάκη. Στα μέρη μας τότες ο νονός εδιάλεγε το όνομα του παιδιού και όχι τα γονικά του. Έτσι, μόνο στον τρίτο απόσωσε προτού διαλέξουνε ποιος θα ’ναι ο νονός, να συμφωνήσουνε μαζί του από τα πριν πως το αβάπτιστο θα το ’λεγαν Αντώνη. Πριν ακόμη βαφτίσουνε τον τρίτο το μικρό, ήρθαν τα πράγματα τα πάνω κάτω. Πόσοι άραγε μας φθόνησαν, για πόσο καιρό και πόσο. Πώς μάζεψαν το φθόνο τους, τον κάναν ένα και αναποδογύρισαν τον κόσμο μας, τον κάνανε καπάκι και μας αποπλακώσαν. Ποιος τάχατες μας καταράστηκε, που εμείς κανένανε δεν είχαμε αδικήσει. Ποια αμαρτία και άραγες ποιανού είχε έρθει η στιγμή της τιμωρίας. Ιβί, ιβί, σαν σκέφτομαι το απόγευμα της Κυριακής εκείνης, που ήρθε ο ήλιος και σκοτείνιασε κι ας έλαμπε καρσί έξω απ’ τα παράθυρά μας.
Είχαμε αποφάει στου Νικολή-εφέντη το κονάκι, έτσι όπως συνηθίζαμε κάθε Κυριακή και πίναμε τον καφέ μας. Η αφεντιά του, η Άννα μας, τα δυο μικρά και από δίπλα ο Αντωνάκης να τον κρατάει η Αντώναινα και να τον νανουρίζει. Ο Νικολής είχε φωνάξει απ’ το πρωί τον Μιλτιάδη και τον Ισμαήλ για να μιλήσουνε για τις δουλειές τους και τους εκράτησε μετά να φάν’ μαζί μας. Άλλωστε κάθε τόσο κάποιον έβρισκε και τον καλούσε Κυριακή πρωί να συζητήσουνε και ανάλογα με την περίσταση τον κράταγε στο τραπέζι. Της Άννας η συνήθεια αυτή δεν της πολυάρεσε. Όχι και πως την ένοιαζε αν τραπεζώναμε και κάποιους. Αλλά ανάλογα με το ποιους κράταγε να φάνε ο Νικολής-εφέντης, εκείνη πότε έτσι πότε αλλιώς του γκρίνιαζε πως κάποιοι απ’ αυτούς δεν ήταν της σειράς τους και μια δυο φορές που ’χε τα νεύρα της έκανε μόλις φύγανε ολόκληρη φασαρία. Έτσι κι εκείνη την Κυριακή από νωρίς τα είχε κατεβάσει. Η γλώσσα της φαρμάκι. Κάθισε με το ζόρι στο τραπέζι. Και εκεί που οι άντρες χωρατεύανε, προτού ο καφές προλάβει τη ζάλη του κρασιού κομμάτι να μαζέψει, κάποιος είπε στον άλλον κάποιο χωρατό, από αυτά που λεν συνήθως όλοι οι άντρες τα γένια τους βλογώντας, κάτι απάντησε ο Νικολής, το άρπαξε η Άννα και κάτι του ’πε κι εκείνος της ανταπάντησε γελώντας και χωρατεύοντας: «Ό,τι κι αν λες, πάντα σου με ήθελες κι απόδειξη οι τρεις γιοι μας». Πού να φανταστεί ανθρώπου νους τι θα γινόταν. Ποιο στόμα, ποιας γυναίκας τόλμησε ποτές στον άνδρα της να ξεστομίσει τέτοια λόγια. Η Άννα κοκκίνισε, φούντωσε, σηκώθηκε όρθια, περίμενε να τη δουν όλοι καλά καλά, τα ζύγιασε τα λόγια της και σαν οχιά ξεχύθηκε μπροστά σε όλους: «Ήσουνα πάντα ένας άξεστος και άξεστος θα μείνεις. Κι αν θες να ξέρεις, από όρκο μόνο σε παντρεύτηκα και μάρτυρές μου η μάνα μου κι η νόνα. Και τούτα τα παιδιά είναι και τα τρία δικά μου. Γιατί ούτε μία φορά, ποτές μου μα ποτές μου δε σε θέλησα. Την πρώτη νύχτα που με χάλασες σε καταράστηκα, τη δεύτερη το ίδιο. Κάθε φορά που πλάγιαζες μαζί μου για σένα ήταν κέφι και για μένα κόλαση. Όλοι σε λένε άρχοντα, μα ένας άρχοντας ξέρει να σέβεται κι εσύ ποτές σου δε σεβάστηκες ότι ποτές μου δε σε θέλησα». Πήρε στα χέρια της το μωρό και σπρώχνοντας τις δυο ψυχοκόρες που ’χαν σταθεί στην πόρτα και άκουγαν άφωνες μαζί μ’ όλους εμάς την έκρηξη της Άννας, έφυγε και πήγε στο δωμάτιό της. Δε μίλησε κανείς. Λες και μια μαχαιριά μας είχε κόψει σύρριζα απ’ όλους τη λαλιά μας. Ο Νικολής ακούνητος στο τραπέζι κοιτούσε έξω απ’ το παράθυρο λες και κάτι έτρεχε στο δρόμο. Είχε κολλήσει εκεί τα μάτια του, είχε σμίξει τα φρύδια του και μες σ’ εκείνη τη σιωπή μέχρι και η ανάσα του που ’μπαινε κι έβγαινε από μια μισάνοιχτη χαραμάδα, ακουγότανε σαν να ’τανε σφύριγμα που έβγαινε ψευδά. Ήταν δίπλα μας μα δε βρισκόταν πουθενά. Χωρίς να πουν κουβέντα, φύγαν ο Ισμαήλ κι ο Μιλτιάδης, διώξαμε τις κοπέλες και μαζέψαμε με την Αντώναινα το τραπέζι χωρίς ν’ ακουστεί κιχ. Μόνο εκείνη τόλμησε, βγαίνοντας να τον πλησιάσει, ν’ ακουμπήσει το χέρι της στον ώμο του και να του πει: «Μην τη συνερίζεσαι, τζιέρι μου. Η Άννα μας είναι και την ξέρεις». Κλείσαμε την πόρτα πίσω μας, πήγαμε στην Άννα, βρήκαμε την κάμαρά της κλειδωμένη, δεν επιμείναμε και γυρίσαμε στο δικό μας το κονάκι.
Από τότες άλλαξε ο Νικολής-εφέντης. Όχι πως μας στέρησε τίποτις ποτές, μα μέσα σ’ ένα απόγευμα, σε μια νύχτα και σε μια αυγή δεν ήταν πια ο ίδιος.
Νίκος Θέμελης
«Η αναζήτηση»

Όλα τα αποσπάσματα από το ίδιο βιβλίο, εδώ

Κωνσταντής-εφέντης


Κάθε πρωί χαράματα πάνω στην άμαξά του, κουκουλωμένος στα ζεστά έφευγε βιαστικά, πριν φέξει, να προλάβει ν’ ανοίξει την επιχείρηση προτού περάσει ο Χρυσάφης. Ο Χρυσάφης ήταν ο προπομπός μιας καλής ημέρας. Ήταν ο σαλεπιτζής που του προμήθευε το αγαπημένο του σουτλού σαλέπ. Όχι πως αν δεν τον προλάβαινε θα ’χανε το σουτλού σαλέπι του. Ο Χρυσάφης ήξερε, το ’βαζε σ’ ένα ποτήρι, το σκέπαζε μ’ ένα τσιγκάκι, στρογγυλό με τσακισμένα χείλια, ειδικά γι’ αυτή την περίσταση και τ’ άφηνε στο περβάζι του παράθυρου, ακριβώς δίπλα απ’ την πόρτα. Μόνο που τότε το σαλέπι κρύωνε και δεν ήταν πια σαλέπι. Λίγο αργότερα άνοιγε ο απέναντι καφενές και ο πρώτος, άντε ο δεύτερος καφές ερχότανε για τον παππού μου. Όλη τη μέρα το παιδί πηγαινοέφερνε καφέδες ή τσάγια για τον παππού, τους πελάτες του ή για όποιον βρισκότανε μαζί του.
Γύρω στις έντεκα, που ένιωθε πια ότι η δουλειά είχε μπει σε κάποια ρέγουλα έβγαινε από το γραφείο και πέρναγε απέναντι στον καφενέ. Έπιανε ένα τραπέζι κολλητά στον τοίχο, πάντα το ίδιο, λες και ήταν ρεζερβέ γι’ αυτόν κι άραζε από δίπλα σε μια καρέκλα κι αυτή με την πλάτη της στον τοίχο. Φώναζε πάλι για καφέ και ο μικρός, που ήξερε τις συνήθειές του, έφερνε μαζί με τον καφέ κι ένα τάβλι.
Από κείνη τη στιγμή μέχρι νωρίς τ’ απόγευμα έπαιζε τάβλι μ’ όποιον έβρισκε μπροστά του, μ’ όποιον δεν είχε δύναμη να του το αρνηθεί. Άμα δεν έβρισκε συμπαίκτη, τον πρώτο αμαξά του που πέρναγε τυχαία από κει περαστικός, μ’ ένα νεύμα μπορούσε να τον κατεβάσει και να τον σύρει, ήθελε δεν ήθελε, να παίξουνε μια παρτίδα. Ο καφετζής ευλογούσε το Θεό του που ποτέ στη ζωή του δεν είχε πιάσει ζάρι, έστω κι αν αυτό σήμαινε τη βαθιά περιφρόνηση του Κωνσταντή-εφέντη, λες και ήτανε ευνούχος.
Το πάθος του για το τάβλι ήταν γνωστό στο μεϊντάνι, στο τσαρσί και στο λιμάνι. Πολλοί άλλαζαν δρόμο μην τύχει και πέσουν απάνω του, μη κι αναγκαστούνε ν’ αρνηθούνε και χαλάσουν τις καρδιές τους. Γινότανε φορτικός κι άφηνε συχνά τον κόσμο να περιμένει στο γραφείο μέχρι να κλείσει η παρτίδα. Τις βροχερές ημέρες που ο κόσμος δεν πολυκυκλοφορούσε τον έπιανε απόγνωση. Πήγαινε τότε στο μπουγατσάδικο και έψαχνε με χωρατά συμπαίκτη ή ακόμη και στην αγορά να βρει τον πρώτο χαμάλη που ήξερε τάβλι. Τους γνώριζε όλους έναν προς έναν, τους καλούσε για παιχνίδι και σε μέρες «έλλειψης», όπως τις έλεγε, τους πλήρωνε κανονικά, λες και ξεφορτώνανε τσουβάλια. Ένας δυο που τόλμησαν να σκεφτούν πως βρήκαν ευκαιρία να βγάλουν εύκολα μεροκάματο και τον αφήσαν να κερδίσει, τους διαολόστειλε κακήν κακώς και μήτε τον ξαναείδαν. Την εντιμότητά του στο τάβλι κανείς δεν την αμφισβητούσε. Ήξερε τόσο καλό τάβλι που αποθάρρυνε όσους το γνώριζαν να παίξουνε μαζί του. Έτσι σε όσους τον ξέρανε η πρόταση ήταν: «Άμα κερδίσεις, πληρώνω τους καφέδες. Άμα κερδίσω, τους προσφέρω εγώ». Στις τελευταίες ζαριές της νίκης τα πούλια σκάγαν πάνω στο τάβλι λες και ήταν σφυριές επάνω σε πλακάκια και όλοι όσοι ήταν στα είκοσι, τριάντα μέτρα ξέρανε ότι η παρτίδα όπου να ’ναι ετελείωνε. Ξέραν ακόμα και τον νικητή. Μ’ όποιον κι αν έπαιζε, γνωστό ή άγνωστο, τον αμαξά του ή κάποιον πελάτη, τον χαμάλη ή τον περαστικό αλήτη, όλους «εφέντη», τους ανέβαζε, «εφέντη» τους κατέβαζε. «Ρίξε, εφέντη, πάρε, εφέντη», οι ζαριές κυλούσαν με το δεξί και με τ’ αριστερό το κομπολόι πέρα δώθε. Και δήθεν μετριόφρονα, αλλά βαθιά αλαζονικά, συνήθιζε να μονολογεί: «Ακόμα ψάχνω αυτόν που θα μου πάρει τρεις παρτίδες σε μια μέρα». Και πράγματι κανείς δεν υπήρχε που θα μπορούσε να ισχυρισθεί ότι υπήρξε έστω κι ένας.
Μια μέρα φάνηκε στο μαχαλά ο Ακαμάτης. Τον ξέραν όλοι, εμφανιζόταν και χανόταν από τα μάτια του κόσμου, ανάλογα με τις δοσοληψίες που είχε με την αστυνομία. Τον χρησιμοποιούσαν μόνο για περίεργα θελήματα και τον απόφευγαν δημόσια όλοι, μην τους χαλάσει η συναναστροφή μαζί του τ’ όνομά τους. Το «ακαμάτης» ήταν το λιγότερο. Μια χαρακιά στο πρόσωπο τον έδειχνε πιότερο θύτη παρά θύμα. Έφτυνε πιο πολύ απ’ ό,τι μιλούσε, όπου και να βρισκόταν, αδιαφορώντας για την περίσταση ή τον συνομιλητή του. Σκότωνε με εκπληκτική ταχύτητα, με μισάνοιχτα δάχτυλα, μύγες, κουνούπια, ακόμα και μέλισσες, στον τοίχο, στο τραπέζι ή και στο κούτελό του. Είχε ένα σουγιά για τον οποίο λέγανε ότι μ’ αυτόν είχε κόψει τα πάντα. Ό,τι μπορούσε να κόψει ένας σουγιάς. Λέγαν πως ήτανε γενίτσαρος που όμως τον είχανε διώξει από το στρατό γιατί χάλαγε τους άλλους. Πως κάποτε έκανε μια δυο δουλειές και για τον Κωνσταντή σε οφειλέτες που ’χαν καθυστερήσει υπέρμετρα τους τόκους, αλλά και πως κάποτε είχε ζητήσει από τον παππού να του νοικιάσει μία άμαξα κι αυτός αρνήθηκε για να μην του χαλάσει τ’ όνομα. Αυτό το απόβρασμα έπεσε πάνω στον παππού ένα πρωινό, μ’ ένα βρομόκαιρο που κράταγε συνέχεια τρεις ημέρες. Μπήκε στον καφενέ και ζήτησε από τον καφετζή έναν καφέ. Ο παππούς βρισκόταν ήδη σε απόγνωση γιατί δεν έβρισκε συμπαίκτη. Ξεπερνώντας τη γνώμη που ’χε για τον Ακαμάτη τον κάλεσε για μια παρτίδα και κείνος αποδέχτηκε.
Κάτσαν και παίξανε τη μια παρτίδα πίσω από την άλλη, μέχρι που άρχισε να σουρουπώνει. Ο καφετζής όλη την ημέρα μέτραγε καφέδες. Δε χρειαζόταν καν να τους καταλογίσει, αφού ήξερε πως στο τέλος ο Κωνσταντής-εφέντης θα τους επλήρωνε όλους. Στη διάρκεια των παιχνιδιών οι βλαστημιές του Ακαμάτη αντιλαλούσαν όχι μόνο όταν έχανε, όπως συνέβαινε τις περισσότερες φορές, αλλά ακόμα κι όταν έφερνε καλές ζαριές. Ο παππούς μου ωστόσο, «εφέντη» τον ανέβαζε, «εφέντη» τον κατέβαζε. Αφού του πήρε σχεδόν όλα τα παιχνίδια, γύρισε στον καφετζή και του είπε να του χρεώσει όλους τους καφέδες και τράβηξε φχαριστημένος για την πόρτα. Τότε ο καφετζής τον ρώτησε: «Κωνσταντή-εφέντη, όλα καλά, μα πώς μπορείς τον Ακαμάτη “εφέντη” να τον ανεβάζεις και “εφέντη” να τον κατεβάζεις;» και ο παππούς, σκύβοντας προς το μέρος του, απήντησε: «Όσο θα ’μαι υποχρεωμένος να λέω το Σουλτάνο Αφέντη, άλλο τόσο έχω το δικαίωμα να λέω ακόμα και αυτό το κάθαρμα εφέντη». Έριξε την τσόχινη μπέρτα που είχε στους ώμους του, φόρεσε το φέσι του, καληνύχτισε κλείνοντας την πόρτα του καφενέ πίσω του και τράβηξε για τα γραφεία απέναντι να δει μπας και ήτανε όρθια ακόμα. Με κάτι τέτοια υπονοώντας την εθνική του συνείδηση, επεδίωκε υποκριτικά την καταξίωσή του μεταξύ των ομογενών που σχολίαζαν τις σχέσεις του με την Πύλη και τη δουλικότητά του.
Νίκος Θέμελης
«Η αναζήτηση»

Όλα τα αποσπάσματα από το ίδιο βιβλίο, εδώ